Ήταν μια Κυριακή που η Ελλάδα δεν θα ξεχνούσε εύκολα. Στις 26 Οκτωβρίου του 1957, οι ραδιοφωνικές συχνότητες μετέφεραν μια είδηση που έπεσε σαν κεραυνός: ο Νίκος Καζαντζάκης, ο πνευματικός γίγαντας που δάμασε τις λέξεις όσο λίγοι, δεν βρισκόταν πια στη ζωή.
Μακριά από την αγαπημένη του Κρήτη, στην πανεπιστημιακή κλινική του Φράιμπουργκ στη Γερμανία, ο μεγάλος δημιουργός υπέκυψε σε μια επιπλοκή της γρίπης. Όμως η αλήθεια ήταν πιο σκοτεινή, καθώς για οκτώ ολόκληρα χρόνια ο Καζαντζάκης έδινε μια αθόρυβη μάχη με τη λευχαιμία, μια μάχη που είχε εξασθενήσει το σώμα του, κάνοντάς το ευάλωτο στην τελική επίθεση της ασθένειας.
Η τελευταία του οδύσσεια είχε ξεκινήσει λίγο καιρό πριν, όταν επιστρέφοντας από την μακρινή Κίνα, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Από την Κοπεγχάγη βρέθηκε τελικά στο Φράιμπουργκ, όπου ο χρόνος σταμάτησε οριστικά στις 10:20 το βράδυ. Στο πλευρό του βρισκόταν ο φύλακας άγγελός του, η Ελένη, η οποία στάθηκε μάρτυρας στο συγκλονιστικό πέρασμα από την αγωνία στη λύτρωση. Εκείνος ο σύγχρονος Οδυσσέας, που είχε οργώσει κάθε γωνιά του πλανήτη και κάθε σπιθαμή της ανθρώπινης σκέψης, έφυγε με μια λέξη που συμπύκνωνε όλη του την ύπαρξη: «Διψώ!».
Ήταν η τελευταία επιθυμία ενός πνεύματος που, παρά τα αμέτρητα ταξίδια και τις πνευματικές κορυφές που κατέκτησε, δεν κατάφερε ποτέ να ξεδιψάσει από το πάθος του για τη ζωή και την ελευθερία.
12 θραύσματα σκέψης του Κάφκα: «Είσαι ελεύθερος και γι’ αυτό είσαι χαμένος.»
Τι έλεγε για τον θάνατο ο Νίκος Καζαντζάκης
Νίκος Καζαντζάκης – Ασκητική (απόσπασμα)
Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.
Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ’ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ’ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.
(…)
Η σιγή
Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: «Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!»
Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.
Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει· τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.
Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.
Από πού ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Τί νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.
Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν’ απαντήσει. Θα ’ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα ’ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία.
Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.
Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε.
«Άκουγα διπλά τα βήματά μου»: Η ερωτική παραίσθηση του Γιάννη Σκαρίμπα









