λέξεις Παρώνυμα Ζεύγη ομόρριζων επιρρημάτων

Σταμάτα τα λάθη! 32 λέξεις που μοιάζουν αλλά είναι τόσο διαφορετικές

Νομίζεις ότι ξέρεις τι λες, μέχρι που λες «απλά» και εννοείς «απλώς» ή χρησιμοποιείς τη λέξη «έκτακτα» όταν θα έπρεπε να είναι «εκτάκτως» και ξαφνικά η πρότασή σου σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η ελληνική γλώσσα μπορεί να είναι περίπλοκη. Για παράδειγμα, μικρές αλλαγές στο τέλος μιας λέξης μπορούν να αλλάξουν το νόημα και, πριν το καταλάβεις, κάνεις λάθη που είναι εμφανή.

Γι’ αυτό συγκεντρώσαμε 32 από τα πιο αινιγματικά ζεύγη λέξεων που μοιάζουν πανομοιότυπα, αλλά έχουν εντελώς διαφορετική σημασία. Διαβάστε τα, μάθετε τα σωστά και τα ελληνικά σας θα ακούγονται καλύτερα από πριν.
(Διαβάστε τις λέξεις παρακάτω)

Πώς να εμπλουτίσεις το λεξιλόγιό σου; 41 λέξεις που θα σε σώσουν από τη λεξιπενία

Ζεύγη ομόρριζων επιρρημάτων με διαφορετική σημασία.

αδιάκριτα
χωρίς τακτ ή ευγένεια – με τρόπο που ενοχλεί επειδή δεν σέβεται την ιδιωτικότητα.
αδιακρίτως
χωρίς να εξαιρείται κανείς – ισχύει για όλους ανεξαρτήτως χαρακτηριστικών.

άμεσα
χωρίς να μεσολαβεί κάτι ή κάποιος – απευθείας, χωρίς ενδιάμεσο.
αμέσως
εκείνη τη στιγμή – χωρίς καθυστέρηση, τώρα.

απλά
με απλότητα – χωρίς περίπλοκο τρόπο, κατανοητά.
απλώς
τίποτα παραπάνω – μόνο αυτό και τίποτα άλλο.

έκτακτα
πολύ ευχάριστα – εξαιρετικά καλά.
εκτάκτως
απρόσμενα – ξαφνικά, εκτός προγράμματος.

έξοχα
υπέροχα – με εντυπωσιακό τρόπο, άψογα.
εξόχως
σε υπερβολικό βαθμό – πολύ έντονα ή σημαντικά.

ευχάριστα
με όμορφο και ευχάριστο τρόπο – που προκαλεί θετικά συναισθήματα.
ευχαρίστως
με προθυμία – με χαρά και χωρίς αντίρρηση.

ιδιαίτερα
κυρίως, πάνω απ’ όλα – πιο πολύ από τα υπόλοιπα.
ιδιαιτέρως
χωρίς άλλους παρόντες – σε ιδιωτικό πλαίσιο, κατ’ ιδίαν.

επίδραση
οποιαδήποτε ενέργεια προκαλεί αλλαγή σε πρόσωπα ή πράγματα – το πώς κάτι επηρεάζει κάτι άλλο.
επενέργεια
η ενέργεια που επιδρά άμεσα σε κάποιον ή κάτι – το αποτέλεσμα μιας φυσικής ή άλλης δύναμης πάνω σε κάτι.

επιδότηση
χρηματική ενίσχυση από το κράτος για συγκεκριμένες δραστηριότητες – βοήθεια για να αναπτυχθεί κάτι, π.χ. μια παραγωγή.
επιχορήγηση
ποσό που δίνει το κράτος ή δημόσιο ταμείο σε ιδρύματα ή φορείς – στήριξη για να ενισχυθεί το έργο ή οι δράσεις τους.

Παρώνυμα που συγχέονται

ανακύκληση
(από το ρήμα «ανακυκλώ»): η επανάληψη ενός φαινομένου σε κυκλική, περιοδική βάση Πολλοί μύθοι στην ελληνική μυθολογία σχετίζονται με την περιοδική επιστροφή των εποχών, δηλαδή με την ανακύκληση.
ανακύκλωση (από το ρήμα «ανακυκλώνω»): η ανανέωση του αέρα, νερού κ.λπ. σε έναν κλειστό χώρο Επειδή η αίθουσα δεν έχει εξωτερικά παράθυρα, έχει εγκατασταθεί στην οροφή ένα σύστημα ανακύκλωσης του αέρα.η επεξεργασία υλικών που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί ώστε να χρησιμοποιηθούν ξανά. Ο δήμος έχει τοποθετήσει ειδικούς κάδους για χαρτιά και άλλα υλικά προς ανακύκλωση.

ανία
αισθηματική κατάσταση πλήξης, βαρεμάρας
Σε κοινωνικές εκδηλώσεις με μικρό ενδιαφέρον, είναι συχνό να νιώθει κανείς ανία.
άνοια
διαταραχή του νου που εμφανίζεται σταδιακά, κυρίως σε ηλικιωμένα άτομα, με απώλεια μνήμης και πνευματικών ικανοτήτων
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, η γιαγιά μου είχε εκδηλώσει πλήρη άνοια.

αντικοριτικό
(από τη λέξη «σκόρος»): προϊόν που προστατεύει υφάσματα από τη φθορά που προκαλούν οι σκόροι
Στο εμπόριο κυκλοφορούν πλέον αντικοριτικά με ευχάριστο άρωμα.
αντισκωριακό
(από τη λέξη «σκουριά»): προϊόν που προλαμβάνει ή απομακρύνει τη σκουριά από μέταλλα
Τα νέα αντισκωριακά είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε παλιά σκουριασμένα αντικείμενα.

αχρησία
η κατάσταση κατά την οποία κάτι δεν χρησιμοποιείται για καιρό
Η μηχανή χάλασε επειδή έμεινε σε αχρησία για πολλούς μήνες.
αχρηστία
η κατάσταση κατά την οποία κάτι δεν έχει πια χρησιμότητα
Οι τόνοι και τα πνεύματα, μετά την καθιέρωση του μονοτονικού, έχουν περάσει σε αχρηστία.

βρόγχος
ανατομικό μέρος του αναπνευστικού συστήματος, κυρίως των πνευμόνων
Η γυναίκα αντιμετωπίζει πρόβλημα στους βρόγχους της λόγω χρόνιας βρογχίτιδας.
βρόχος
θηλιά ή λουρίδα που σφίγγει, συχνά συμβολίζει θανάσιμη παγίδευση
Η σκηνή στην οποία ο δήμιος περνά τον βρόχο στον ήρωα ήταν εξαιρετικά συγκινητική.

εδόλιο
(από το «έδος»): κάθισμα ή θέση, κυρίως σε επίσημες αίθουσες
Στις συνεδριάσεις της Βουλής, πολλά εδόλια μένουν άδεια.
ειδώλιο
(από το «είδωλο»): μικρό γλυπτό, συνήθως αρχαϊκής ή καλλιτεχνικής αξίας
Τα έργα του Henri Moore μοιάζουν με αρχαία ειδώλια.

εμφιάλωση
(από το «εν» + «φιάλη»): η διαδικασία τοποθέτησης υγρού μέσα σε μπουκάλι που κλείνεται ερμητικά
Κατά την εμφιάλωση του νερού, είναι απαραίτητη η αυστηρή τήρηση των κανόνων υγιεινής.
εφυάλωση
(από το «επί» + «ύαλος»): η τεχνική επικάλυψης με υαλώδες υλικό, κυρίως σε κεραμικά
Τα κεραμικά της Κιουτάχειας ξεχωρίζουν λόγω της ιδιαίτερης εφυάλωσης στην επιφάνειά τους.

 

133 αραβικές λέξεις που βρίσκουμε στο ελληνικό λεξιλόγιο

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr