Άρθουρ Σοπενχάουερ Η τέχνη να επιβιώνεις

Σοπενχάουερ: «Κάθε προικισμένος άνθρωπος όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη …»

Η φιλοσοφία του Σοπενχάουερ διαφέρει από αυτή των άλλων Γερμανών ιδεαλιστών φιλοσόφων σε πολλά σημεία. Για όσους διαβάζουν Σοπενχάουερ για πρώτη φορά, ειδικά για όσους είναι εξοικειωμένοι με τα έργα άλλων Γερμανών ιδεαλιστών, η σαφήνεια και η κομψότητα της πρόζας του μπορεί να είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή.

Ο Σοπενχάουερ ήταν ένθερμος αναγνώστης των διακεκριμένων συγγραφέων της Αγγλίας και της Γαλλίας και προσπάθησε να αναπαράγει το στυλ τους στα δικά του έργα. Kατηγορούσε συχνά πιο ασαφείς συγγραφείς όπως ο Φίχτε και ο Χέγκελ για σκόπιμη ασάφεια, χαρακτηρίζοντας τον τελευταίο ως διανομέα ανοησιών στη δεύτερη έκδοση του έργου του.

Η φιλοσοφία του Σοπενχάουερ διαφέρει από εκείνη των συγχρόνων του, καθώς το σύστημά του παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο από την αρχική του παρουσίαση στην πρώτη έκδοση του έργου «Ο κόσμος ως βούληση και αναπαράσταση».

Η πεσιμιστική προοπτική του Σοπενχάουερ πηγάζει από τον χαρακτηρισμό του για την εγγενή φύση του κόσμου ως άσκοπη, χωρίς νόημα προσπάθεια. Η απουσία στόχου ή σκοπού καθιστά την ικανοποίηση της θέλησης ανέφικτη. Η θέληση εκδηλώνεται σε ένα ιεραρχικό φάσμα που εκτείνεται από την ανόργανη έως την οργανική ζωή, με κάθε επίπεδο αντικειμενοποίησης, από τη βαρύτητα έως την κίνηση των ζώων, να χαρακτηρίζεται από ακατάπαυστη προσπάθεια. Επιπλέον, κάθε φυσική δύναμη και οργανικό ον εμπλέκεται σε έναν ανταγωνισμό για την κατάκτηση ουσίας από άλλες δυνάμεις ή οργανισμούς. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη χαρακτηρίζεται από σύγκρουση, αγώνα και δυσαρέσκεια.

Σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, η επίτευξη ενός στόχου ή μιας επιθυμίας οδηγεί στην ικανοποίηση, ενώ η αδυναμία επίτευξής της έχει ως αποτέλεσμα τον πόνο. Η ύπαρξη ορίζεται από την επιθυμία ή την έλλειψη, και καθώς η ικανοποίηση αυτής της ανάγκης είναι εφήμερη, η ύπαρξη είναι εγγενώς σημαδεμένη από τη δυστυχία.
(Διαβάστε τα αποφθέγματά του παρακάτω)

Ο Σοπενχάουερ είχε πει πως: «Αν τα παιδιά έρχονταν στον κόσμο ως αποτέλεσμα μιας …»

Άρθουρ Σοπενχάουερ – Η τέχνη να επιβιώνεις (εκδόσεις Γνώση)

Κάθε προικισμένος άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει στα θλιβερά 5/6 της ανθρωπότητας που είναι εκ φύσεως μειονεκτικά, όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη δείξει κάποια στοιχεία μισανθρωπισμού.

Γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό του, έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τους άλλους κι έχει ανα­καλύψει πως σε ό,τι αφορά το κεφάλι αλλά και την καρ­διά, πολλές φορές μάλιστα και τα δύο, έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο που οι άλλοι αδυνατούν να φτάσουν, γι’ αυτό και αποφεύγει την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους.

Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.

Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.

Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.

Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.

Γενικά μπορεί να πει κανείς, ότι τα πρώτα σαράντα χρό­νια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις ανα­φορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κει­μένου.

Προς τα τέλη της ζωής, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγ­ματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορή­σει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχε­τική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.

Στο ίδιο αίτιο μπορεί να αποδοθεί σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυνα­στεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα.

Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέ­πει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων.

 

Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγαπήσαν οι αναγνώστες μας:

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr