Δευτέρα Οδύσσεια - Κωνσταντίνος Καβάφης

Πώς είδε ο Κωνσταντίνος Καβάφης το ταξίδι του Οδυσσέα;

Τι συμβαίνει την επομένη του «ζήσαν αυτοί καλά»; Έχουμε μάθει να πιστεύουμε πως ο απόλυτος προορισμός του Οδυσσέα, η δικαίωση των βασάνων του, ήταν η επιστροφή. Μια ζεστή εστία, η πιστή Πηνελόπη, ο σεβασμός του λαού. Τι γίνεται όμως όταν η πολυπόθητη πατρίδα αποδεικνύεται πολύ στενή για να χωρέσει μια ψυχή που γαλουχήθηκε στις φουρτούνες και το άγνωστο;

Ο Κ.Π. Καβάφης, συνομιλώντας με το 26ο Κάντο της «Κόλασης» του Δάντη και τον «Ulysses» του Τέννυσον, έρχεται να ανατρέψει τον ομηρικό μύθο. Στη «Δευτέρα Οδύσσεια» (1894), το πατρικό δώμα γίνεται φυλακή και η αγάπη των οικείων, ασφυκτική. Ο Οδυσσέας δεν είναι πια ο νοσταλγός της Ιθάκης, αλλά ένας αμετανόητος θαλασσοπόρος που αρρωσταίνει με τον «αέρα της ξηράς».

Το ποίημα αυτό, ένα από τα «κρυμμένα» διαμάντια του Αλεξανδρινού και μας θυμίζει πως συχνά η μεγαλύτερη οδύσσεια ξεκινά τη στιγμή που νομίζουμε ότι έχουμε φτάσει στο τέλος.

Ο Καβάφης είχε προειδοποιήσει: «Θα ‘ρθει ο καιρός που…»

Δευτέρα Οδύσσεια – Κωνσταντίνος Καβάφης

Dante, «Ιnferno», “Canto ΧΧVΙ”

Τennyson, “Ulysses”


Οδύσσεια δευτέρα και μεγάλη,
της πρώτης μείζων ίσως. Αλλά φευ
άνευ Ομήρου, άνευ εξαμέτρων.

Ήτο μικρόν το πατρικόν του δώμα,
ήτο μικρόν το πατρικόν του άστυ,
και όλη του η Ιθάκη ήτο μικρά.

Του Τηλεμάχου η στοργή, η πίστις
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
οι παλαιοί του φίλοι, του λαού
του αφοσιωμένου η αγάπη,
η ευτυχής ανάπαυσις του οίκου
εισήλθον ως ακτίνες της χαράς
εις την καρδίαν του θαλασσοπόρου.

Και ως ακτίνες έδυσαν.

Η δίψα
εξύπνησεν εντός του της θαλάσσης.
Εμίσει τον αέρα της ξηράς.
Τον ύπνον του ετάραττον την νύκτα
της Εσπερίας τα φαντάσματα.
Η νοσταλγία τον κατέλαβε
των ταξιδίων, και των πρωινών
αφίξεων εις τους λιμένας όπου,
με τί χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις.

Πώς έμοιαζε η «Ωραία Ελένη», σύμφωνα με τον Δημήτρη Λιαντίνη;

 


Του Τηλεμάχου την στοργήν, την πίστιν
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
τους παλαιούς του φίλους, του λαού
του αφοσιωμένου την αγάπην,
και την ειρήνην και ανάπαυσιν
του οίκου εβαρύνθη.
Κι έφυγεν.

Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί
ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
κι έπλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
προς Ίβηρας, προς Ηρακλείους Στήλας,—
μακράν παντός Αχαϊκού πελάγους,—
ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.

(1894) Κ. Π. Καβάφης. 1993. Κρυμμένα ποιήματα (1877;–1923). Επιμ. Γ. Π. Σαββίδης. Αθήνα: Ίκαρος.

«Της αμαρτίας δουλεύτρα»: Η αξεπέραστη ωδή του Καρυωτάκη στη γυναικεία σάρκα και την υποταγή

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr