Κώστας Καρυωτάκης

Ο Καρυωτάκης και η σιωπηλή ήττα της καθημερινότητας: Η ιστορία ενός καλού υπαλλήλου

Ο Κώστας Καρυωτάκης ήξερε να κοιτάζει τους ανθρώπους εκεί όπου δεν τους κοιτά κανείς: πίσω από τη θέση τους, πίσω από τον ρόλο τους, πίσω από την ευσυνειδησία που γίνεται σιγά – σιγά τρόπος εξαφάνισης. Ο γεροντάκος του κειμένου δεν είναι απλώς ένας υπάλληλος είναι μια ολόκληρη ζωή τακτοποιημένη σε στήλες, αριθμούς και περιθώρια. Ένα ανθρώπινο πλάσμα που έμαθε να μην περισσεύει.

Η γραφή του Καρυωτάκη δεν σαρκάζει αυτόν τον άνθρωπο. Τον παρακολουθεί με σχεδόν τρυφερή ακρίβεια. Τον αφήνει να χαράξει εκείνη τη μικρή, παράταιρη ουρά στο πρωτόκολλο, σαν μια ανεπαίσθητη χειρονομία ελευθερίας. Εκεί, σε αυτή τη γραμμή που δεν έπρεπε να υπάρχει, χωρά όλη η ανείπωτη επιθυμία για απόδραση, όλη η αθόρυβη αξιοπρέπεια ενός βίου που δεν έμαθε να ζητά.

Ο ήρωας του Καρυωτάκη δεν εξεγείρεται παραμένει κι αυτή η παραμονή γίνεται μοίρα. Η καρέκλα, το βλέμμα του προϊσταμένου, η ειδικότητα που τον καθιστά «απαραίτητο» λειτουργούν σαν αόρατα δεσμά.

Ο Καβάφης έμαθε να πλησιάζει το ιερό: 6 ποιήματα που τροφοδοτούν την πίστη απέναντι στον άνθρωπο

Κώστας Καρυωτάκης – «Καλός Υπάλληλος»

Εἶναι ἕνας ἀγαθὸς γεροντάκος. Ἔπειτα ἀπὸ τριάντα χρόνων ὑπηρεσία, ἔχει νὰ διατρέξει ὅλους τοὺς βαθμούς. Γραφεὺς στὸ πρωτόκολλο.

Πάντα ἔκανε τὴ δουλειά του εὐσυνείδητα, σχεδὸν μὲ κέφι. Σκυμμένος ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ στὸ παρθενικὸ βιβλίο του, περνοῦσε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἀντέγραφε τὶς περιλήψεις.

Κάποτε, μετὰ τὴν καταχώριση ἑνὸς εἰσερχομένου ἢ ἑνὸς ἐξερχομένου, ἐτράβαγε μιὰ γραμμὴ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν τελευταία στήλη καὶ προχωροῦσε πρὸς τὸ περιθώριο, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα φυγῆς. Αὐτὴ ἡ οὐρὰ δὲν εἶχε θέση ἐκει μέσα, ὅμως τὴν τραβοῦσε βιαστικά, μὲ πεῖσμα, θέλοντας νὰ ἐκφράσει τὸν ἑαυτό του.

Ἂν ἔσκυβε κανεὶς πάνω στὴν ἁπλὴ καὶ ἴσια γραμμούλα, θὰ διάβαζε τὴν ἱστορία τοῦ καλοῦ ὑπαλλήλου.

Νέος ἀκόμη, μπαίνοντας στὴν ὑπηρεσία, ἐχαιρέτησε μὲ συγκαταβατικὸ χαμόγελο τοὺς συναδέλφους του.

Ἔτυχε νὰ καθίσει σ᾿ αὐτὴν τὴν καρέκλα. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ.

Ἦρθαν ἄλλοι ἀργότερα, ἔφυγαν, ἐπέθαναν.

Αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ.

Οἱ προϊστάμενοί του τὸν θεωροῦσαν ἀπαραίτητο. Εἶχε ἀποκτήσει μία φοβερή, μοιραία εἰδικότητα.

Ἐλάχιστα πρακτικὸς ἄνθρωπος. Τίμιος, ἰδεολόγος.

Μ᾿ ὅλη τὴ φτωχική του ἐμφάνιση, εἶχε ἀξιώσεις εὐπατρίδου.

Ἕνα πρωί, ἐπειδὴ ὁ Διευθυντής του τοῦ μίλησε κάπως φιλικότερα, ἐπῆρε τὸ θάρρος, τοῦ ἀπάντησε στὸν ἑνικό, ἐγέλασε μάλιστα ἀνοιχτόκαρδα καὶ τὸν χτύπησε στὸν ὦμο.

Ὁ κύριος Διευθυντὴς τότε, μ᾿ ἕνα παγωμένο βλέμμα, τὸν ἐκάρφωσε πάλι στὴ θέση του. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ.

Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ ἀπὸ τὸ γραφεῖο, παίρνοντας τὸν παραλιακὸ δρόμο, βιαστικὸς βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα τὸ μπαστούνι του μὲ τὴν ὡραία, νικέλινη λαβή, γράφει κύκλους μέσα στὸ ἄπειρο. Καὶ μέσα στοὺς κύκλους τὰ σημεῖα τοῦ ἀπείρου.

Ὅταν περάσει τὰ τελευταῖα σπίτια, θ᾿ ἀφήσει πάντα νὰ ξεφύγει ψηλὰ μὲ ὁρμὴ τὸ μπαστούνι του, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα λυτρωμοῦ.

Μετὰ τὸν περίπατο τρυπώνει σὲ μία ταβέρνα. Κάθεται μόνος, ἀντίκρυ στὰ μεγάλα, φρεσκοβαμμένα βαρέλια. Ὅλα ἔχουν γραμμένο πάνω ἀπ᾿ τὴν κάνουλα, μὲ παχιά, μαῦρα γράμματα, τ᾿ ὄνομά τους: Πηνειός, Γάγγης, Μισσισσιππῆς, Τάρταρος. Κοιτάζει ἐκστατικὸς μπροστά του. Τὸ τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, μὲ τὸ ὁποῖο ταξιδεύει σὲ θαυμάσιους, ἄγνωστους κόσμους.

Ἀπὸ τὰ πυκνὰ δέντρα, πίθηκοι σκύβουν καὶ τὸν χαιρετᾶνε.

Εἶναι εὐτυχής.

Μανόλης Αναγνωστάκης: Όρθιοι και μόνοι στη φοβερή ερημία του πλήθους

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr