Ούμπερτο Έκο

Ουμπέρτο Έκο: «Η γιαγιά μάς συμβούλευε να μην…»

Το 1980, σε ηλικία 48 ετών, ο Ουμπέρτο Έκο έκανε το ντεμπούτο του ως μυθιστοριογράφος με το έργο «Το όνομα του ρόδου» (αρχικά στα ιταλικά Il nome della rose) και έκτοτε υπήρξε μια ισχυρή δύναμη στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία.

Εκτός από το αξιοσημείωτο συγγραφικό του έργο, ο Έκο είχε επίσης μια διακεκριμένη ακαδημαϊκή καριέρα στη λογοτεχνία, τη σημειολογία, τη μεσαιωνική ιστορία και διάφορους άλλους κλάδους.

Δέκα γεγονότα σχετικά με τον Ουμπέρτο Έκο.

1.Ο Έκο γεννήθηκε στη βόρεια Ιταλία το 1932 και, όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας του, γράφτηκε στη φασιστική νεολαία. Μόνο το 1943, όταν ο φασισμός άρχισε να διαλύεται στην Ιταλία, ο Έκο γνώρισε εναλλακτικές πολιτικές ιδεολογίες.

2. Ενώ οι γονείς του διάβαζαν για ευχαρίστηση, ήταν οι παππούδες του Έκο που καλλιέργησαν την αγάπη του νεαρού Ουμπέρτο για τη λογοτεχνία. Η γιαγιά του από τη μητέρα του του αγόραζε δύο ή τρία βιβλία την εβδομάδα από τη δημόσια βιβλιοθήκη. Ο παππούς του από τον πατέρα του ασχολούνταν με τη βιβλιοδεσία ως χόμπι κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής του. Ο Έκο θυμάται τις στοίβες από παλιά βιβλία στο σπίτι του παππού του.

3.Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, ο Έκο διάβαζε πολλά κόμικς και έγραφε τα δικά του. Σε μια συνέντευξή του στο The Paris Review, ανέφερε ότι αφιέρωνε πολλές ώρες για να κάνει τα μυθιστορήματά του να μοιάζουν σαν να είχαν εκδοθεί, αν και η προσπάθεια ήταν τόσο επίπονη που δεν ολοκλήρωσε ποτέ κανένα από αυτά.
(Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο παρακάτω)

Ο Ουμπέρτο Έκο ήξερε τι έρχεται: «έδωσαν το δικαίωμα να μιλάνε σε λεγεώνες ηλιθίων που…»

 

4.Ο Έκο επέλεξε να σπουδάσει μεσαιωνική φιλοσοφία και λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο. Ήταν τόσο γοητευμένος από τον Μεσαίωνα που, κατά τη διάρκεια δύο ξεχωριστών ερευνητικών ταξιδιών στο Παρίσι, περιηγήθηκε αποκλειστικά σε δρόμους που υπήρχαν εκείνη την εποχή.

5.Πριν αναδειχθεί ως μυθιστοριογράφος, ο Έκο καθιέρωσε τη φήμη του στον ακαδημαϊκό χώρο με τη δημοσίευση του Opera Aperta («Το Ανοιχτό Έργο») το 1962. Ο Έκο υποστήριζε ότι τα γραπτά είναι ευμετάβλητα και ερμηνευτικά ανάλογα με την οπτική γωνία του αναγνώστη. Κάποιοι πιστεύουν ότι είχε σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της θεωρίας της ανταπόκρισης του αναγνώστη στη λογοτεχνική κριτική, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι απλώς πρόβλεψε την έλευση της.

6. Για να μην τον θεωρήσουμε πεζό διανοούμενο, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ο Έκο είχε μεγάλη εκτίμηση για τηλεοπτικές αστυνομικές σειρές όπως Starsky & Hutch, Columbo, Miami Vice και CSI. Η εμμονή του με το αστυνομικό είδος είναι εμφανής στο έργο του Το Όνομα του Ρόδου, με πρωταγωνιστή έναν μοναχό που επιλύει εγκλήματα.

7. Ο Έκο ήταν αφοσιωμένος συλλέκτης σπάνιων βιβλίων. Η προσωπική του συλλογή περιλαμβάνει περισσότερα από 50.000 τόμους στις δύο κατοικίες του. Κάποια στιγμή, όταν η γραμματέας του σκόπευε να καταλογογραφήσει τη βιβλιοθήκη, ο Έκο της ζήτησε να μην προχωρήσει.

8.Τα μυθιστορήματα του Έκο έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες και ο ίδιος συνεργάζεται εκτενώς με τους μεταφραστές του για να αποδώσει τις αποχρώσεις κάθε γλώσσας.

9.Θέματα όπως συνωμοσίες, ψεύδη και μισές αλήθειες διατρέχουν τα έργα του Εκo. Συγκεκριμένα, στο «Το εκκρεμές του Φουκό», στο «Baudolino» και στο τελευταίο του έργο, «Το νεκροταφείο της Πράγας», εμφανίζονται χαρακτήρες που διατυπώνουν θεωρίες συνωμοσίας τις οποίες οι άλλοι δέχονται ως αληθινές.

10. Στην εφηβεία του είχε πάθος με την τρομπέτα. Στη συνέχεια, στα 75 του χρόνια, αγόρασε ένα νέο όργανο και ξανάρχισε να παίζει.

Ούμπερτο Έκο – Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως – Εκδόσεις Γνώση

Όταν ήμουν μικρός, τα παιδιά είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο είδη παγωτών που πουλιούνταν από εκείνα τα άσπρα καροτσάκια με τ’ ασημιά καπάκια: ή το χωνάκι για δύο πεντάρες ή το σάντουιτς για τέσσερις πεντάρες.

Το χωνάκι της δεκάρας ήταν πολύ μικρό, ό,τι έπρεπε για ένα παιδικό χεράκι, και σου το σέρβιραν βγάζοντας με τη σπάτουλα το παγωτό από το δοχείο και βάζοντάς το πάνω στο χωνάκι.

Η γιαγιά μάς συμβούλευε να μην τρώμε όλο το χωνάκι, αλλά να πετάμε την άκρη του, γιατί από εκεί το είχε πιάσει ο παγωτατζής (κι όμως, εκείνο το κομμάτι ήταν το πιο νόστιμο και τραγανό και το τρώγαμε στα κρυφά παριστάνοντας ότι το είχαμε πετάξει).

Το σάντουιτς της εικοσάρας φτιαχνόταν μ’ ένα ειδικό μηχάνημα, επίσης ασημί, που συμπίεζε δύο στρογγυλά μπισκότα πάνω και κάτω από έναν κύλινδρο παγωτού. Έγλειφες με τη γλώσσα το εσωτερικό, ώσπου δεν κατάφερνες πια να φτάσεις στον εσωτερικό πυρήνα του παγωτού, και τότε το έτρωγες ολόκληρο, τα μπισκότα είχαν πια μουλιάσει και κόντευαν να διαλυθούν.

Η γιαγιά δεν ήταν σε θέση να δώσει καμιά συμβουλή: θεωρητικά τα σάντουιτς έρχονταν σ’ επαφή μόνο με το μηχάνημα, στην πράξη τα είχε πάρει ο παγωτατζής στο χέρι του, για να σ’ τα παραδώσει, αλλά ήταν αδύνατο να εντοπίσεις τη μολυσμένη ζώνη.

Εγώ, όμως, μαγευόμουν με το θέαμα ορισμένων συνομιλίκων μου που οι γονείς τους τους αγόραζαν όχι ένα παγωτό της εικοσάρας αλλά δύο χωνάκια της δεκάρας.

Οι προνομιούχοι αυτοί παρήλαυναν περήφανα μ’ ένα χωνάκι στο δεξί χέρι και ένα στο αριστερό και, στρίβοντας επιδέξια το κεφάλι, έγλειφαν πότε το ένα και πότε το άλλο.

Η τελετουργία αυτή μου φαινόταν τόσο συβαριτική και αξιοζήλευτη, που πολλές φορές ζήτησα να την απολαύσω.

Μάταια. Οι δικοί μου ήταν αμετάπειστοι: ένα παγωτό της εικοσάρας, ναι, μα δύο της δεκάρας, ούτε συζήτηση.

Όπως είναι ολοφάνερο, ούτε τα μαθηματικά ούτε η οικονομία ούτε η διαιτητική δικαιολογούν μια τέτοια άρνηση. Ούτε καν η υγιεινή, αν υποθέσουμε ότι στο τέλος θα πετάγονταν και οι δύο άκρες από τα χωνάκια.

Μια αξιοθρήνητη δικαιολογία βασιζόταν στο ψέμα ότι ένα παιδί που διαρκώς στρέφει το βλέμμα του από το ένα παγωτό στο άλλο στο τέλος θα σκοντάψει στις πέτρες, στα σκαλοπάτια ή στις ανωμαλίες του δρόμου. Διαισθανόμουν αόριστα ότι υπήρχαν κάποιοι σκληροί παιδαγωγικοί λόγοι, τους οποίους, όμως, δεν κατάφερνα να συλλάβω.

Τώρα, κάτοικος και θύμα ενός πολιτισμού κατανάλωσης και σπατάλης (αντίθετα με τη δεκαετία του τριάντα), καταλαβαίνω ότι τα αγαπημένα εκείνα πρόσωπα που πια έχουν χαθεί είχαν δίκιο. Δύο παγωτά της δεκάρας, αντί για ένα της εικοσάρας, δεν ήταν μια χρηματική σπατάλη, αλλά μια συμβολική.

Ακριβώς αυτός ήταν και ο λόγος που τα ήθελα: διότι δύο παγωτά υποδήλωναν μία υπερβολή. Κι ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο μου τα αρνούνταν: γιατί φαίνονταν άπρεπα, προσβολή στη φτώχεια, επίδειξη ενός ψεύτικου προνόμιου, κομπασμός για ανύπαρκτα πλούτη.

Δύο παγωτά έτρωγαν μόνον τα κακομαθημένα παιδιά, εκείνα που στα παραμύθια τιμωρούνταν πάντα δίκαια, όπως ο Πινόκιο που περιφρονούσε τις φλούδες και τα κοτσάνια.

Και οι γονείς που ενθάρρυναν αυτή την αδυναμία, σαν μικροί νεόπλουτοι, μάθαιναν τα παιδιά τους στο ανόητο θέατρο του “θέλω-μα-δεν-μπορώ” ή μάλλον, θα λέγαμε σήμερα, στο να εμφανίζονται στο check in της τουριστικής θέσης κρατώντας μια Gucci-μαϊμού αγορασμένη από τα κοριτσάκια στην πλαζ του Ρίμινι.

Ο απολογισμός διατρέχει τον κίνδυνο να στερείται ηθικού διδάγματος σ’ έναν κόσμο όπου ο πολιτισμός της κατανάλωσης φαίνεται να έχει προβάλει ακόμα και τους ενήλικες και τους υπόσχεται ολοένα και κάτι περισσότερο, από το ρολογάκι που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ως το μενταγιόν-δώρο για όποιον αγοράσει το περιοδικό.

Όπως οι γονείς εκείνων των αμφιδέξιων λαίμαργων παιδιών που θαύμαζα, ο πολιτισμός της κατανάλωσης παριστάνει ότι δίνει περισσότερα, αλλά στην πραγματικότητα προσφέρει για τέσσερις πεντάρες αυτό που αξίζει τέσσερις πεντάρες.

Θα πετάξετε το παλιό σας ραδιόφωνο για ένα καινούργιο που υπόσχεται και autoreverse, αλλά κάποιες ανεξήγητες αδυναμίες της εσωτερικής δομής του θα κάνουν το καινούργιο σας ραδιόφωνο να ζήσει μόνο έναν χρόνο.

Το καινούργιο σας αυτοκίνητο για την πόλη θα έχει δερμάτινα καθίσματα, δύο πλαϊνούς καθρέφτες που θα ρυθμίζονται από το εσωτερικό και ξύλινο ταμπλό, μα θ’ αντέξει πολύ λιγότερο από το ένδοξο πεντακοσαράκι που, ακόμα κι όταν σταματούσε, έπαιρνε μπροστά με μια κλοτσιά.

Αλλά η ηθική εκείνης της εποχής μας ήθελε όλους Σπαρτιάτες, ενώ η σημερινή μας θέλει όλους Συβαρίτες.

Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγαπήσαν οι αναγνώστες μας:

Φωτογραφία εξωφύλλου

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr