Όταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γράφει, η επιθυμία αρνείται κάθε διακόσμηση.
Στέκεται στην πόρτα με το παλτό ακόμα πάνω του, τα κλειδιά στο χέρι, ακούγοντας μια σιωπή που γίνεται όλο και πιο δυνατή με κάθε λεπτό που περνάει. «Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι, ὁ νοῦς μου πάει…» όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι, το μυαλό μου πηγαίνει… Πού; Στα παλιά καφέ της Θεσσαλονίκης, στη βροχή που σηκώνει το αλάτι της πόλης, σε όλες τις πρόβες της αφής που δεν έφτασαν ποτέ στην πρεμιέρα. Η έλλειψη είναι όλη η πρόσκληση, μπες αν τολμάς.
Ο Χριστιανόπουλος μετατρέπει την απουσία σε ένα ακριβές όργανο. Χωρίς ρητορική, χωρίς μεγαλοπρεπείς χειρονομίες, μόνο μια στενή ακτίνα συναισθήματος που βρίσκει κάθε σωματίδιο σκόνης στο δωμάτιο.
Η ερωτική του προσέγγιση δεν φωνάζεται στις πλατείες, αλλά ψιθυρίζεται αργά το βράδυ, όπου η ανυπομονησία γίνεται μουσική και η λαχτάρα μαθαίνει την πειθαρχία ενός μόνο ρήματος.
Χριστιανόπουλος: «Στην αρχή διψούσε για τρυφερότητα…τώρα βολεύεται και με σκουπίδια»
10 ερωτικά ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Όταν σε περιμένω
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.
Ἐπικίνδυνη Μοναξιά
Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.
Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με».
καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.
Βρόχος
Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.
Ἡ θάλασσα
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.
Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;
Τέλος
Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.
Με κατάνυξη
Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.
Τὸ Δάσος
Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.
Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.
Ζῷα μικρὰ καὶ ζῷα ἄγρια τὸ κατοικοῦν,
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.
Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
ἔγιναν δάσος σκοτεινὸ καὶ μᾶς πλακώνουν.
Ἔρωτας
Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.
Τὸ ἔγκλημα τῆς μοναξιᾶς
Κάθε ποὺ πέφτει ἐπικίνδυνα τὸ βράδυ,
ξυπνάει ἡ φωνή σου μέσα μου καὶ μὲ ρημάζει
κι ὅταν ἡ νύχτα ὅλες τὶς γλυκιὲς εἰκόνες διώχνει,
προβάλλει ἐντός μου ἡ βρώμικη ὀμορφιά σου
καὶ σβήνει ἀπὸ τὰ μάτια μου τὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τότε δίνομαι στὸ ἔγκλημα τῆς μοναξιᾶς,
ποὺ χρόνια τώρα μέσα μου τὸ ἑτοιμάζω,
καὶ πιὰ δὲν ἔχει οὐράνιο φεγγοβόλημα,
δὲν ἔχει πιὰ παιδικὲς χορωδίες,
μονάχα μιὰ προσπάθεια γιὰ σπασμούς,
νυχτερινὰ χαρτονομίσματα τσαλακωμένα.
Διαβάστε περισσότερα αποσπάσματα παρακάτω:
- Είχε δίκιο ο Φερνάντο Πεσσόα: «Είμαι αυτός που νομίζω; Μα νομίζω πως είμαι τόσο πολλά πράγματα…»
- Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές: «Ένας άντρας καταλαβαίνει πότε αρχίζει να γερνάει: όταν αρχίζει και μοιάζει με …»
- Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς: «Όταν γεράσεις κι ασπρίσεις …Την ομορφιά σου αγάπησαν στ’ αλήθεια ή σαν ψέμα»
- Χένρι Μίλλερ: «Αν οι άνθρωποι σταματήσουν να πιστεύουν ότι κάποια μέρα θα γίνουν θεοί, τότε σίγουρα θα …»









