Ντίνος Χριστιανόπουλος: Η μητρική αγάπη ως φυλακή σε δύο σπαρακτικά ποιήματα

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δεν ήταν άγνωστος στις συναισθηματικές δυσκολίες και μεγάλο μέρος της ποίησής του φέρει το αποτύπωμα μιας παιδικής ηλικίας που επισκιάστηκε από μια αυταρχική μητέρα και έναν απόμακρο, αλκοολικό πατέρα. 

Η σχέση του με τη μητέρα του ήταν γεμάτη ένταση έλεγχο και συναισθηματική χειραγώγηση, μια δυναμική που παρέμεινε μέχρι την ενηλικίωσή του. Ήταν μια γυναίκα με αυστηρές προσδοκίες, κάποια που περιφρονούσε τη ρεμπέτικη μουσική των δρόμων αλλά καλωσόριζε τις μελωδίες του Χατζιδάκι, μια αντίφαση που ίσως αντανακλούσε τη δική της άκαμπτη κοσμοθεωρία.

Ο Χριστιανόπουλος και ως ενήλικας ένιωθε πως τον πνίγει το διαπεραστικό, επικριτικό της βλέμμα, η αμείλικτη αμφισβήτηση της και η ικανότητά της να μετατρέπει μια στιγμή χαράς σε ενοχή. Στο ποίημα του «Το Χούφταλο» συμπυκνώνει αυτή την τοξική μητρική παρουσία.

Σ’ ένα άλλο ποίημα του «Τύψεις» ζωγραφίζει τη στοιχειωμένη εικόνα της να τον περιμένει σιωπηλή χλωμή και εξαντλημένη, με την απλή παρουσία της να αρκεί για να του εμφυσήσει μια διαρκή αίσθηση υποχρέωσης και τύψεων.

Ο Χριστιανόπουλος δε ρομαντικοποιούσε τη μητρική αγάπη. Γι’ αυτόν δεν ήταν πηγή παρηγοριάς αλλά φυλακή προσδοκιών και μομφής. Η ποίηση του στέκεται ως μια ωμή, αφιλτράριστη μαρτυρία για το βάρος και την αναπόφευκτη λαβή της σκιάς μιας μητέρας.
(Διαβάστε τα ποιήματά του παρακάτω)

Ό,τι δεν τολμάς να πεις, το είπε ο Χριστιανόπουλος: «Εκείνοι που μας παίδεψαν…»

Ντίνος Χριστιανόπουλος: το χούφταλο – «Νεκρή πιάτσα» εκδ. Μπιλιέτο, 1997

Έγινε χούφταλο κι ακόμα επιμένει να με κάνει κουμάντο:

«Γιατί άργησες; πού ήσουν τέτοια ώρα;»
(γυρνώ στις δέκα, και το βρίσκει αργά).

Μάτι επιτιμητικό, γεμάτο κακία,
γυναίκα που συνήθισε για το παραμικρό να τιμωρεί το παιδί της.

Και τώρα που μεγάλωσα, ακόμη τα ίδια.
Να μη με δει καμιά βραδιά να επιστρέφω χαρούμενος –
αμέσως αρχινάει το φαρμάκι:

«Ως τώρα περίμενα τον πατέρα σου απ’ τις ταβέρνες,
τώρα περιμένω εσένα απ‘ τους δρόμους».

Κι όσο περνούν τα χρόνια και χάνει από πάνω μου τον έλεγχο,
κοιτάει πώς να με εξουθενώνει καθημερινά με κλάματα και με αρρώστιες.

Και πάντα η ίδια επωδός:
«Σκύλε, γλεντάς, κι εγώ πεθαίνω».

Θε μου, η μητρική στοργή πού βρήκε τόσο δηλητήριο;
Κι η μάνα μου που έτρεμε μην πάθω τίποτε,
πώς τώρα το ‘βαλε σκοπό να με ξεκάνει;

Τύψεις – Από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954)

όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες –
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξενυχτισμένη και χλωμή

Διαβάστε περισσότερες αναλύσεις για τον κόσμο μας:

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr