Με μια γλώσσα που έμοιαζε άλλοτε με προσευχή, άλλοτε με κατάρα και άλλοτε με τραγούδι που ξυπνά μνήμες που δεν έζησες, έγραψε στίχους που έγιναν πατρίδα, παρηγοριά και διαμαρτυρία για ολόκληρες γενιές.
Ο Γκάτσος δεν χάιδεψε ποτέ την Ελλάδα την αγάπησε με εκείνη την άγρια, τρυφερή αγάπη που έχει ο άνθρωπος για κάτι που πονάει και σώζει ταυτόχρονα. Έγραψε για τον έρωτα σαν να ήταν μυστήριο, για την πατρίδα σαν να ήταν πληγή, και για τον άνθρωπο σαν να κουβαλούσε μέσα του μια χαμένη Κυριακή που δεν θα πάψει ποτέ να ζητά.
Τα αποφθέγματά του μοιάζουν με μικρές λάμψεις αλήθειας, μια αυστηρή προτροπή, ένα βλέμμα προς τον Καιάδα, μια τρυφερή προσταγή να μη σκορπάμε τη ζωή «σε άδειους ουρανούς»
Η Δημουλά και τα απωθημένα μας φτερά – Ένα ποίημα για όσους φοβήθηκαν να πετάξουν
10 αποφθέγματα του Νίκου Γκάτσου
- «Πόσο πού σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας» - Πώς τα ‘κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.
- «Τα ποιήματα είναι εύκολα. Η Ποίηση είναι δύσκολη..»
- «Γι αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί
τα φιλιά και φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια.» - «Για να σωθεί η Ελλάδα στους καιρούς τους ύστατους βρείτε κάπου ένα Καιάδα και γκρεμοτσακίστε τους»
- Φέρτε μου τη θάλασσα να την προσκυνήσω, φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.
- Δεν ωφελεί το παράπονο.Ίδια παντού θα ‘ναι η ζωή…
- Μην πετάς ποτέ, ποτέ σε άδειους ουρανούς. Παραδείσους μακρινούς ποτέ μη ζητάς.
- Ο άνθρωπος κάθε φορά τρελά δανείζεται φτερά και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί, για μια χαμένη Κυριακή.
- «Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων. Να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο»









