Λιαντίνης: «Όλες οι σκέψεις μας, όλες οι λέξεις και οι πράξεις μας είναι…»

Ο Δημήτρης Λιαντίνης (1942-1998) καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, λάτρης του ελληνικού κλασικού λόγου και θαυμαστής του Νίτσε, έγραψε το Homo Educandus ως προσωπική διαθήκη για το τι θα πει να είσαι άνθρωπος που μορφώνεται μέσα στην τραγική συνθήκη του βίου. Στο παρακάτω απόσπασμα, ο Λιαντίνης εφορμά εναντίον της «καθολικής υποκρισίας» ενός κόσμου όπου η ψευτιά έχει γίνει φυσικό στοιχείο.

Η συλλογιστική του θυμίζει την αρχαιοελληνική έννοια της ἀρετής ως αυθεντικότητα δίχως πραγματικό μέτρο σύγκρισης. Υποστηρίζει πως ο άνθρωπος αδυνατεί να διακρίνει το γνήσιο από το νόθο. Το επιχείρημα στηρίζεται σε μια από τις κεντρικές του θέσεις: η παιδεία, αντί να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, αναπαράγει την ψευδαίσθηση μιας «κανονικής» ζωής χτισμένης πάνω στο ψεύδος. Έτσι η υποκρισία γίνεται όχι απλώς κοινωνικό φαινόμενο αλλά υπαρξιακή συνθήκη.

Ο Λιαντίνης εικονογραφεί τη μοίρα όσων αποτολμούν να βγουν από τη θαλπωρή της υποκρισίας. Ο κατάλογος είναι υπαινιγμός προς εκείνους που επιχείρησαν να ζήσουν με ασυμβίβαστη ειλικρίνεια και συνετρίβησαν από τους κοινωνικούς μηχανισμούς ευπείθειας.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, εξαφανισμένος το 1998 στον Ταΰγετο και βρεθείς νεκρός επτά χρόνια αργότερα, ενσάρκωσε δραματικά αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα σε λόγο και βίο, αφήνοντας ως «τρίτη Διαθήκη» το έργο και τον θάνατό του.
(Διαβάστε την σκέψη του παρακάτω)

Ποια βιβλία πρότεινε ο Δημήτρης Λιαντίνης στους φοιτητές του;

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη – Homo Educandus.

Η ηθική υποκρισία είναι η συνέπεια της οντολογικής απάτης στο επίπεδο της πράξης. Εάν το σχήμα της θεωρίας μας δε συμπίπτει με τους τύπους της αλήθειας, αναγκαία και ο τρόπος της συμπεριφοράς μας δε θα συμφωνεί με τα αιτήματα της αρετής.

Όταν σήμερα μιλάμε για υποκρισία, η αναφορά μας γίνεται σε κάτι τόσο αυτονόητο, όσο και ο αέρας που αναπνέουμε. Το συνήθισε το αίμα μας το καυσαέριο.

Όλες οι σκέψεις μας, όλες οι λέξεις και οι πράξεις μας είναι κίβδηλες ως το τελευταίο τους κύτταρο.

Γεννιόμαστε μέσα στην υποκρισία, μεγαλώνουμε μαζί της, τη σπουδάζουμε με ζήλο, τη διδάσκουμε με φανατισμό. Και όταν πεθαίνουμε, την αφήνουμε τρίτη Διαθήκη στα παιδιά μας.

Η υποκρισία μας σκεπάζει, όπως τα περιζώματα τα κρυφά μας μέρη. Μας προστατεύει, όπως η νύχτα τις νυχτερίδες. Μας δυναστεύει και μας βολεύει, όπως οι πάγοι τις πολικές αρκούδες.

Αν ξεφύγουμε λίγο από την προστασία της, κινδυνεύουμε να βρεθούμε είτε κατεργαραίοι του νόμου, είτε αφορεσμένοι από τις εκκλησίες, είτε πελάτες των ψυχιατρείων. Ριντίκολα, σαν τον Θεόφιλο στην Πορταριά. Ή αυτόχειρες, σαν τον Συκουτρή στον Ακροκόρινθο.

Συλλογίζομαι, συνειρμικά, ότι όλη εκείνη η ανθοδέσμη των γοερών θανάτων που συνταιριάζει ο Καρυωτάκης στην ‘Πρέβεζα’, δεν είναι άλλο παρά μια ενδεικτική ονοματολογία της υποκρισίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι βάζει τον νόμο να πηγαίνει χέρι-χέρι με την αγωγή:

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα[i].

Τον ίδιο θάνατο σε κύκλους πλατύτερους, όσο πιο πλατύς μπορεί να ‘ναι ο απόηχος που άφησαν στην πανανθρώπινη συνείδηση τα κανόνια της Ευρώπης σε σύγκριση με τα ελληνικά λιανοντούφεκα, περιγράφει και η τεφρή συνείδηση του Έλιοτ:

Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που λάμπουν με τη δόξα του τροχίλου, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που κάθουνται στον στάβλο της ικανοποίησης, σημαίνοντας
Θάνατο
Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση του ζώου, σημαίνοντας
Θάνατο[ii].

Αν μας γεννιέται η απορία ότι την υποκρισία, πανταχού παρούσα τριγύρω μας, δεν τη βλέπουμε πουθενά, είναι, γιατί μας λείπει παντελώς το αντικείμενο της παραβολής και το μέτρο της σύγκρισης.

Όταν δεν υπάρχει γύρω μας τίποτα το αληθινό, πώς να υποψιαστούμε ότι όλα είναι ψεύτικα; Εκείνος που δε βγήκε ποτέ του από το γηροκομείο, είναι φυσικό να μη φαντάζεται ότι στους δρόμους κυκλοφορούν ωραίοι έφηβοι και τρυφερά κορίτσια.

Η κλασσική Ελλάδα που είχε μια σκέψη φωτεινή σαν το άστρο της αυγής δεν έφτασε να διανοηθεί ότι η γη κινείται. Γιατί την ταχύτητα του πλανήτη μας την έπαιρνε για ακινησία, επειδή ζούσε μέσα στην κίνηση. Παρόμοια ακριβώς, την ψευτιά μας την παίρνουμε για αλήθεια, επειδή ζούμε μέσα στην ψευτιά.

Ο Δημήτρης Λιαντίνης γράφει για τελευταία φορά ένα γράμμα προς την κόρη του

Στον μύθο των ελλήνων για τη διπλή μορφή της Ελένης δεν συμβολίζεται μόνο η οντολογική –η πλάνη-, αλλά και η ηθική –η υποκρισία- πλευρά του προβλήματος.

Αν οι έλληνες πολέμησαν δέκα χρόνια για κάτι που δεν υπήρχε εκεί που το ζητούσαν, κάποιος θεός ή ποιητής, τους έβγαλε από την πλάνη τους.

Εμείς όμως οι σύγχρονοι πολυμήχανοι Σίσυφοι –και δεν εννοώ το Σίσυφο τιμωρούμενο στον Άδη, αλλά εκείνον το ζωντανό και τετραπέρατο πανούργο που κατάφερε να ρίξει στα δεσμά ακόμη και τον Θάνατο- τόσους αιώνες τώρα γιατί αγωνιζόμαστε;

Το γεγονός ότι ο οντολογικός απολογισμός του αγώνα μας παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή των πυρηνικών όπλων, που τα κυττάζουμε με την απάθεια του ματιού της δαμάλας, πολύ φοβάμαι ότι, από άλλο δρόμο έρχεται να βεβαιώσει τη φριχτή υποψία: πως ενώ νομίζουμε ότι αγωνιζόμαστε για τη ζωή, στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε τον μεγάλο μας θάνατο.

Τι λογής στηρίγματα έχουμε να περιμένουμε σήμερα από τα πήλινα πόδια μας; Τι λογής συνεννόηση από τη γλώσσα μας, που βατταρίζει με την πολυφωνία της Βαβέλ; Και ποιες καλές ελπίδες από τη σοφία του νου μας;

Κυττάζουμε προς την αλλοτινή θέση του ανθρώπινου μυαλού, και βλέπουμε μια μυθική λειχήνα. Ένας στιλπνός μηχανισμός ανεβοκατεβαίνει και βουρλίζεται. Με εκατομμύρια καλώδια, και τόνους τρινιτροανισόλη.

Είναι βέβαιο ότι η αγωγή θα υποχρεωθεί, προτού τα είδωλα της υποκρισίας μας μας οδηγήσουν στο Ω, να αρχίσει το έργο της από το Α.

Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγάπησαν οι αναγνώστες μας:

Φωτογραφία εξωφύλλου

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr