Η Πρωτομαγιά του 1944 δεν ήταν απλώς μια μέρα της άνοιξης. Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, η γιορτή της φύσης και των λουλουδιών βάφτηκε με το αίμα διακοσίων ανθρώπων, μετατρέποντας μια γωνιά της Αττικής σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά και ιερά τοπόσημα της νεότερης ιστορίας μας.
Ο Κώστας Βάρναλης, με την πένα του γεμάτη οργή, πόνο αλλά και ασυμβίβαστη ελπίδα, αποτυπώνει αυτή την υπέρτατη θυσία. Στο ποίημά του «Πρωτομαγιά του 1944», δεν γράφει έναν απλό επικήδειο, αλλά συνθέτει έναν ύμνο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Περιγράφει την ανατριχιαστική περηφάνια των αγωνιστών που αντίκρισαν το εκτελεστικό απόσπασμα όχι ως μελλοθάνατοι, αλλά σαν «μελλόγαμπροι», στήνοντας χορό με μπροστάρη τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
Μέσα από τους στίχους του, ο ποιητής στηλιτεύει την προδοσία και την αδικία, ενώ ταυτόχρονα μετουσιώνει το ματωμένο χώμα της Καισαριανής σε έναν αιώνιο, φιλοσοφικό και πολιτικό συμβολισμό: έναν «Πανάγιο Τάφο», από τα κόκαλα του οποίου είναι νομοτέλεια πως θα ξεπηδήσει ξανά η ελευθερία.
Μάνος Χατζιδάκις: «Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας»;
Κώστας Βάρναλης – Πρωτομαγιά του 1944
Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,
φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις
τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος!
Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.
Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.
Κωνσταντίνος Καβάφης: Γιατί το «Ας Φρόντιζαν» παραμένει το πιο επίκαιρο ποίημα σήμερα;









