Έχουμε μάθει να εξιδανικεύουμε τον έρωτα σαν μια υπερβατική, μαγική δύναμη που νικάει τον χρόνο, όμως ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημα «Φυγή» γκρεμίζει αυτή την παρήγορη ψευδαίσθηση με τον πιο αμείλικτο, λογοτεχνικό τρόπο.
Δεν ερωτευόμαστε επειδή βρήκαμε το ιδανικό μας ταίρι, ούτε επειδή οι ψυχές μας ήταν πλασμένες εξ αρχής για να ενωθούν. Για τον νομπελίστα ποιητή, η αγάπη δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον απεγνωσμένο πανικό του ανθρώπου μπροστά στη φθορά και το αναπόφευκτο τέλος. Είναι η ενστικτώδης ανάγκη μας να πιαστούμε από ένα ξένο σώμα, να αγκαλιάσουμε «άλλους ώμους » και να σμίξουμε την ανάσα μας με μια άλλη ανάσα, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουμε τη δική μας ύπαρξη. Στα μάτια του Σεφέρη, τα σώματα που ενώνονται δεν γιορτάζουν τον ρομαντισμό, αλλά παλεύουν σαν ναυαγοί που κρατιούνται απελπισμένα από ένα σωσίβιο για να μην βυθιστούν στο απόλυτο σκοτάδι του θανάτου.
Αυτός ακριβώς είναι και ο πυρήνας της τραγικότητας που κρύβει ο τίτλος του έργου: ζούμε σε μια διαρκή αναχώρηση, βιώνοντας τον χρόνο που αδειάζει μέσα από τα χέρια μας. Η αγάπη μας, όπως μαρτυρούν οι στίχοι, ψηλαφεί στα τυφλά προσπαθώντας με αγωνία να εξηγήσει «γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε με τόσο πάθος». Το ερωτικό σμίξιμο παύει να είναι σκοπός και μετατρέπεται στο απόλυτο υπαρξιακό άλλοθι, μια αγωνιώδης απόπειρα της ψυχής να δώσει νόημα στο «παράξενο κοχύλι» της θνητότητας. Πίσω από τα κλειστά μάτια των εραστών δεν κρύβεται τελικά καμία αιώνια υπόσχεση, παρά μονάχα αυτός ο βαθύτερος, αρχέγονος καημός της επιβίωσης. Αγαπάμε για να ξεγελάσουμε το τέλος, προσπαθώντας να κρατηθούμε με νύχια και με δόντια την ώρα που όλα γύρω μας παρασύρονται στην αδυσώπητη δίνη της φυγής.
7 ποιήματα της Κικής Δημουλά που σε προσγειώνουν στην πιο άβολη πραγματικότητα
Φυγή, του Γιώργου Σεφέρη
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.
Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.
Ποιος είναι τελικά ο Ίρβιν Γιάλομ; Το φαινόμενο πίσω από το ντιβάνι της ψυχανάλυσης









