Ο Καρυωτάκης, ο κατεξοχήν εκφραστής του υπαρξιακού αδιεξόδου και της παραίτησης, στο ποίημα «Της αμαρτίας δουλεύτρα», στήνει ένα σκηνικό όπου η πτώση είναι νομοτελειακή.
Δεν μιλά απλώς για μια χαμένη παρθενιά, αλλά για τον βίαιο αποχωρισμό από την αθωότητα και την αναπόφευκτη υποταγή στη μοίρα.
Υπάρχουν στιγμές που ο έρωτας παύει να είναι ψίθυρος και γίνεται κραυγή, και άλλες που γίνεται μια σιωπηλή, υγρή υποταγή στο μοιραίο. Ο Κώστας Καρυωτάκης, ο ποιητής που ερωτεύτηκε τον θάνατο όσο κανείς, μας παρασύρει στο ποίημα «Της αμαρτίας δουλεύτρα» σε μια κάμαρη όπου η αθωότητα ξεψυχά πάνω σε ξένα στήθη.
Εδώ, η γραφή του γίνεται μια αισθησιακή ανατομία της απώλειας. Είναι ένας ύμνος στη φθορά που προκαλεί το πάθος, μια πρόσκληση να δούμε την ομορφιά ακόμη και την ώρα που καταρρέει, εκεί που η αμαρτία παύει να είναι ντροπή και γίνεται η μόνη, ωμή θρησκεία της ύπαρξης.
Της αμαρτίας δουλεύτρα
Στα στήθια σου τον άφησες να γείρει,
τον σκέπασες με τα χρυσά μαλλιά σου
κι εστράγγισες της γλύκας το ποτήρι.
Μες στου φιλιού τ’ ανείπωτο μεθύσι
5
εκοίταξες, τρελή, την παρθενιά σου:
την είδες σα χρυσόνειρο να σβήσει.
Κι εδάκρυσες. Με μάτια θολωμένα
—απάρθενη σιγόλαμψε η ματιά σου—
τη μαύρη αλήθεια αντίκρισες θλιμμένα.
10
Και σήμερα που —οϊμέ!— την Αμαρτία
δουλεύεις, τη νεκρή την ομορφιά σου
προσφέρνεις σε μια αναίμαχτη θυσία.
Καβάφης: «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με»









