Ο Νίκος Γκάτσος έφυγε σαν σήμερα, στις 12 Μαΐου του 1992 και μαζί του έκλεισε μια εποχή που ήξερε να λέει τα τρυφερά και σπαρακτικά αυτού του κόσμου με μια φωνή που υψωνόταν.
Έγραψε τη μουσική των σιωπηλών ανθρώπων, εκείνων που κουβαλούν εντός τους την απώλεια, την ομορφιά, τη νοσταλγία, την ελπίδα, χωρίς φωνές αλλά με περίσσιο συναίσθημα.
Η γραφή του ήταν απλή και καθαρή σαν νερό και έκρυβε τη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου. Η Ελλάδα του Γκάτσου δεν είναι καρτ ποστάλ, είναι μια χώρα γεμάτη σκιές, μυρτιές που δακρύζουν, εφιάλτες θεών και ματωμένα βήματα πάνω σε πέτρινα μονοπάτια.
Στα ποιημάτα του μίλησε για την απώλεια, για την αθανασία που αρνείται να σε κοιτάξει στα μάτια, για τα όνειρα που πονάνε επειδή δεν τα έζησε και κάπου ανάμεσα στις λέξεις του, πάντα υπήρχε κι εκείνη η φωνή που σε καλεί να μην παραιτηθείς.
Με αφορμή τη μέρα που έφυγε από κοντά μας, θυμόμαστε 6 ποιήματα που άφησαν ανεξίτηλο σημάδι όχι μόνο στην ελληνική ποίηση, αλλά και στη συλλογική μας ψυχή.
(Διαβάστε τα ποιήματά του παρακάτω)
Μονόγραμμα – Οδυσσέας Ελύτης: Ένα από τα κορυφαία ερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ
6 ποιήματα του μοναδικού Νίκου Γκάτσου.
1.Με τι καρδιά τον κόσμο ν’ αρνηθώ;
Με τι καρδιά να σ’ αποχαιρετήσω
με τι καρδιά τραγούδι να σου πω
στον ουρανό με τ’ όνειρο θα ζήσω
στον ουρανό σαν άστρο θα χαθώ
Βάλε φωνή κοντά σου να γυρίσω
βάλε φωνή τη γη να θυμηθώ
Με τι καρδιά τα μάτια σου ν’ αφήσω
με τι καρδιά τον κόσμο ν’ αρνηθώ
σε σκοτεινό γεφύρι θα καθίσω
σε σκοτεινό ποτάμι θα σταθώ
Δώσ’ μου φωτιά τη νύχτα μου να σβήσω
δώσ’ μου φωτιά στον ήλιο να βρεθώ
2.Ο εφιάλτης της Περσεφόνης
Εκεί που φύτρωνε φλησκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο τελεστήριο
τώρα πετάνε τ’ αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο παν να δουν διυλιστήριο.
Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.

3.Μυρτιά
Είχα μια θάλασσα στο νού
κι ένα περβόλι τ΄ουρανού
την ώρα που άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά.
Στα παραθύρια τα πλατιά
χαμογελούσε μιά μυρτιά
κουράστηκα να περπατώ
και τη ρωτώ και τη ρωτώ.
Πες μου μυρτιά να σε χαρώ
που θα ΄βρω χώμα και νερό
να ξαναχτίσω μια φωλιά
γιά της αγάπης τα πουλιά.
Στα παραθύρια τα πλατιά
είδα και δάκρυσε η μυρτιά
την ώρα που άνοιγα πανιά
για την απάνω γειτονιά.
4.Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου
Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου
δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου
μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά
Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου
σε περιμένω να ‘ρθεις
μ’ ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου
το καλοκαίρι που λάμπει τ’ αστέρι με φως να ντυθείς
5.Αθανασία
Τι ζητάς Aθανασία
στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία
κι η καρδιά μου πώς βαστά.
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο
βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο
δεν τούς χάρισες ποτές.
Είσαι σκληρή
σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί
που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά
δική της θέλει να γενείς
ομορφονιά
που δε σε κέρδισε κανείς.
Τι ζητάς Αθανασία
στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία
η ζωή να σου χρωστά.
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι,
ταπεινοί προσκυνητές
κι απ’ του κήπου σου τη βρύση
δεν τους πότισες ποτές.
Είσαι σκληρή
σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ‘ρθαν καιροί
που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά
δική της θέλει να γενείς
ομορφονιά
που δε σε κέρδισε κανείς.
6.Κεμάλ
Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκιπα, της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού, που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.
Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.
Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.
Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.
Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλιά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.
Με δύο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.
Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»
Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα…
(Το ποίημα αυτό του Νίκου Γκάτσου μελοποιήθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι)
Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγαπήσαν οι αναγνώστες μας:
- Δε χρειάζονται τέλειοι γονείς, χρειάζονται … – Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ και το έλλειμμα συναισθηματικής παρουσίας
- Νίκος Καζαντζάκης: Θα ‘ρθει η στιγμή που ο φόβος θα…
- Όταν μιλούν άσχημα για σένα, ο Πλάτωνας σου δίνει αυτή την απάντηση
- Το πιο σημαντικό βιβλίο του Φρόυντ σε 19 φράσεις: «Οι άνδρες δεν είναι ευγενικά πλάσματα που θέλουν να…»
- Τι σημαίνει η λέξη «τζιβαέρι»; – Η πιο τρυφερή λέξη που δε λέμε πια
- Κάφκα: «Αν βρεις κάποιον που σε κάνει να χαμογελάς μην…»
- Έρμαν Έσσε: «Τα γηρατειά υποτιμούνται μόνο όταν θέλουν να …»









