Τόλκιν επιστολές

Η εξομολόγηση του Τόλκιν: «Την ερωτεύτηκα με κάθε ειλικρίνεια, αν και …»

Ποσά συναισθήματα γεννιούνται όταν διαβάζεις την επιστολή του Τόλκιν προς τον γιο του; Πώς κατάφερε να ντύσει ακόμη κι ένα εξομολογητικό γράμμα σε μια κατάθεση άξια να εισαχθεί σ’ ένα λογοτεχνικό έργο; 

Η εξαιρετική δημοτικότητα του J.R.R. Tolkien και των έργων του, η οποία πολλαπλασιάστηκε με την επιτυχία των ταινιών «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», έχει εξασφαλίσει ότι ο φανταστικός κόσμος του Tolkien με το ηθικό του νόημα θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά επιτεύγματα της εποχής μας.

Ο Τόλκιν ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ένας άνθρωπος από μια άλλη εποχή. Ο Τόλκιν, φιλόλογος στην καρδιά του, ένιωθε πιο άνετα στον κόσμο της αρχαιότητας, παρά το γεγονός ότι ήταν μάρτυρας της βαρβαρότητας και των τραγωδιών του εικοστού αιώνα. Ήταν ένας γνωστός συγγραφέας που μιλούσε με ευγλωττία για αιώνιες αλήθειες.

Παρόλο που ο Τόλκιν είναι γνωστός για τα λογοτεχνικά του έργα, μερικά από τα πιο σημαντικά μηνύματά του μεταφέρθηκαν μέσω επιστολών, μερικές από τις οποίες απευθύνονταν στα παιδιά του.

Ο Τόλκιν παντρεύτηκε την Έντιθ το 1916 και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Τα τρία από τα τέσσερα ήταν αγόρια. Ο Τζον γεννήθηκε το 1917, ο Μάικλ το 1920 και ο Κρις το 1924. Η Πρισίλα, η μοναδική κόρη της οικογένειας Τόλκιν, γεννήθηκε το 1929. Ο Τόλκιν λάτρευε τα παιδιά του και άφησε μια λογοτεχνική κληρονομιά με τη μορφή επιστολών.

Το 1941, ο Τόλκιν έγραψε μια επιστολή στον γιο του Μάικλ, στην οποία αναφερόταν στον γάμο και τις πραγματικότητες της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Η επιστολή αντικατοπτρίζει τη χριστιανική κοσμοθεωρία του Τόλκιν και τη βαθιά αγάπη του για τους γιους του, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει τους ισχυρούς κινδύνους που ενυπάρχουν στην ανεξέλεγκτη σεξουαλικότητα:

«Αυτός είναι ένας κόσμος που βρίσκεται σε πτώση», επέπληξε ο Τόλκιν. «Η αποσύνδεση του σεξουαλικού ενστίκτου είναι ένα από τα κύρια συμπτώματα της Πτώσης. Ο κόσμος έχει «παρακμάσει» ανά τους αιώνες. Οι διάφορες κοινωνικές μορφές μεταβάλλονται και κάθε νέα μορφή έχει τους δικούς της κινδύνους: αλλά το «σκληρό πνεύμα της λαγνείας» έχει περπατήσει σε κάθε δρόμο και κάθεται με λάγνο βλέμμα σε κάθε σπίτι, από την πτώση του Αδάμ».

Αυτή η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης αμαρτίας και των αναπόφευκτων συνεπειών της Πτώσης έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον ανθρωπιστικό οπτιμισμό που επικράτησε σε τόσους πολλούς ανθρώπους κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Ακόμη και όταν οι τραγωδίες των δύο παγκοσμίων πολέμων, του Ολοκαυτώματος και άλλων εγκλημάτων μείωσαν τον αναδυόμενο ενθουσιασμό του αιώνα για την ανθρώπινη πρόοδο, ο εικοστός αιώνας επέδειξε μια ακλόνητη πίστη στην σαρκική ηδονή και στο απελευθερωτικό της δυναμικό. Ο Τόλκιν δεν δεχόταν τίποτα από όλα αυτά.

Μέσα από τους αρχαίους κόσμους που δημιούργησε και σχεδόν βίωσε ασπάστηκε έναν αιώνιο ρομαντισμό που φαίνεται πολύ σκληρός για να ξεριζωθεί από τις συνειδήσεις μας. Ας μελετήσουμε και μια άλλη επιστολή του παρακάτω, εξετάζοντας τις σκέψεις του και τα οράματά του.

Η φράση του Τόλκιν που (εάν τη διαβάσεις) θα σε συνοδεύει για μια ολόκληρη ζωή

Ακολουθεί απόσπασμα από την επιστολή του Τόλκιν προς τον γιο του (Εκδόσεις: ΑΙΟΛΟΣ)

«Ερωτεύτηκα τη μητέρα σου περίπου στα 18 μου. Την ερωτεύτηκα με κάθε ειλικρίνεια, όπως το έχω αποδείξει – αν και φυσικά ελαττώματα του χαρακτήρα και της ιδιοσυγκρασίας μου έχουν γίνει η αιτία να βρεθώ συχνά κάτω από το ιδεώδες με το οποίο ξεκίνησα. Η μητέρα σου ήταν μεγαλύτερη από μένα και δεν ήταν καθολική. Καθόλου καλό, όπως το έβλεπε ο κηδεμόνας μου. Και κατά μία έννοια ήταν πολύ ατυχές και από μια άποψη πολύ κακό και για μένα. Τα ζητήματα αυτά και απορροφούν αποκλειστικά το άτομο και ταλαιπωρούν τα νεύρα του.

Ήμουν ένας νέος που αγωνιζόταν για μια (πολύ απαραίτητη) υποτροφία για να σπουδάσω στην Οξφόρδη. Οι δυο αγωνίες που είχα κείνο τον καιρό παραλίγο να μου προκαλέσουν σοβαρή νευρική κατάρρευση. Τα ‘κανα θάλασσα στις εξετάσεις μου και, αν και (όπως χρόνια αργότερα μου είπε ο γυμνασιάρχης μου) θα έπρεπε να πάρω μια καλή υποτροφία, το μόνο που κατάφερα με τα χίλια ζόρια ήταν ένα επίδομα 60 λιρών στο Έξετερ που έφτανε ίσα-ίσα μια υποτροφία του ίδιου ποσού (για την αποφοίτησή μου από το σχολείο), για να πάω στο Έξετερ (με τη βοήθεια του καλού μου κηδεμόνα).

Φυσικά, υπήρχε και η καλή πλευρά, που δεν την έβλεπε εύκολα ο κηδεμόνας. Ήμουν έξυπνος, αλλά δεν ήμουν ούτε μελετηρός ούτε είχα κάποιο συγκεκριμένο στόχο στη ζωή μου. Ένα μεγάλο μέρος της αποτυχίας μου οφειλόταν απλά στο ότι δεν δούλευα (τουλάχιστον στα κλασικά γράμματα), όχι γιατί ήμουν ερωτευμένος, αλλά γιατί μελετούσα τη γοτθική γλώσσα κι άλλα διάφορα. Επειδή είχα ανατραφεί με ρομαντικές ιδέες, πήρα στα σοβαρά το δεσμό και τον έκανα πηγή των προσπαθειών μου. Από τη φύση μου ήμουν δειλός στα αθλητικά και κατάφερα ύστερα από δύο σεζόν να πάψω να είμαι το φοβισμένο κουνελάκι και να φορέσω τη φανέλα της σχολικής ομάδας. Και άλλα παρόμοια.

Παρ’ όλα αυτά, είχα προβλήματα και έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στο να παρακούσω και να πικράνω (ή να εξαπατήσω) έναν κηδεμόνα που είχε σταθεί πατέρας για μένα περισσότερο από κάποιους άλλους πραγματικούς πατέρες, χωρίς να είναι υποχρεωμένος, και στο να διακόψω το δεσμό ώσπου να γίνω 21 ετών. Δεν μετανιώνω για την απόφαση που πήρα, αν και ήταν πολύ σκληρή για την αγαπημένη μου.

Σ’ αυτό όμως δεν έφταιγα εγώ. Ήταν εντελώς ελεύθερη και δεν μου είχε καμιά υποχρέωση και δεν θα είχα δικαίωμα να παραπονεθώ (πέρα από το πλαίσιο του εξωπραγματικού ρομαντικού κώδικα) είχε παντρευτεί κάποιον άλλο. Για σχεδόν τρία χρόνια ούτε είδα ούτε έγραψα στην αγαπημένη μου. Ήταν φοβερά σκληρό, επώδυνο και πικρό, ιδιαίτερα στην αρχή. Τα αποτελέσματα δεν ήταν και πολύ καλά ξαναγύρισα στις ανοησίες και στην τεμπελιά και χαράμισα ένα μεγάλο μέρος του πρώτου έτους μου στο κολέγιο.

Αλλά δεν νομίζω ότι οτιδήποτε άλλο θα δικαιολογούσε γάμο με βάση την ερωτική σχέση ενός νέου και, κατά πάσα πιθανότητα, τίποτε άλλο δεν θα είχε ατσαλώσει τη θέληση τόσο ώστε να δώσει σ’ έναν τέτοιο δεσμό (όσο αληθινή κι αν ήταν η αγάπη) μονιμότητα.

Το βράδυ των 21 ων γενεθλίων μου έγραψα ξανά στη μητέρα σου – 3 Ιαν. 1913. Στις 8 Ιανουαρίου γύρισα κοντά της, αρραβωνιαστήκαμε και είπαμε τα νέα μας στην έκπληκτη οικογένειά της. Στρώθηκα στη δουλειά (πολύ αργά για να σώσω τις προκαταρκτικές πτυχιακές εξετάσεις από την καταστροφή)… και τότε ξέσπασε ο πόλεμος την επόμενη χρονιά, ενώ εγώ είχα ένα χρόνο ακόμη για να τελειώσω το κολέγιο. Εκείνη την εποχή οι νέοι ή κατατάσσονταν στο στρατό ή τους περιφρονούσαν όλοι. Άσχημο δίλημμα, ιδιαίτερα για έναν νέο με πολύ μεγάλη φαντασία και λίγο σωματικό θάρρος. Δεν είχα πτυχίο, δεν είχα λεφτά, είχα αρραβωνιαστικιά.

Ανέχτηκα τις κοιροϊδίες και τους υπαινιγμούς από κάποιους πιο αθυρόστομους συγγενείς, έμεινα και πήρα το Αριστείο στις πτυχιακές εξετάσεις το 1915. Κατατάχτηκα αμέσως στο στρατό τον Ιούλιο του 1915. Η κατάσταση ήταν ανυπόφορη και παντρεύτηκα στις 22 Μαρτίου του 1916. Το Μάιο βρέθηκα να διασχίζω τη θάλασσα της Μάγχης (έχω ακόμα το ποίημα που έγραψα τότε!) για τη σφαγή στο Σομ.

Σκέψου τη μητέρα σου! …»

 

Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγαπήσαν οι αναγνώστες μας:

Φωτογραφία εξωφύλλου

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr