Η Δημουλά γράφει εδώ σαν κάποια που γνωρίζει βαθιά τον μηχανισμό της απώλειας ως καθημερινή συνήθεια του ανθρώπου.
Σε έναν κόσμο όπου όλοι παλεύουμε με «απωθημένους ουρανούς», η Δημουλά μιλά για φτερά που δεν πρόλαβαν να ανοίξουν, για πετάγματα που τα βρήκε «ζυγιασμένη σφαίρα», για εκείνη τη μυστική ανάγκη να κελαηδούμε υπέργεια ενώ ζούμε με τα πόδια δεμένα στη γη.
Η Δημουλά μάς θυμίζει πως υπάρχει μέσα μας κάτι επίμονο, άτακτο, απροστάτευτο, που συνεχίζει να ψάχνει ουρανό. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη γενναιότητα.
Ο Βολταίρος και η πιο ενοχλητική αλήθεια για την ελευθερία που δεν παραδέχεται κανείς
Κική Δημουλά – Ήχος απομακρύνσεων. Εκδόσεις Ίκαρος.
Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.
Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.
Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.
Υπολόγισε τώρα τί φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.
Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.
Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.
Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ’ ένα κλουβάκι στίχου φευγαλέο.
Ο Βολταίρος και η πιο ενοχλητική αλήθεια για την ελευθερία που δεν παραδέχεται κανείς









