Στο δυστοπικό σύμπαν που υφαίνει ο Άλντους Χάξλεϋ, ο «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» δεν επιβάλλεται μέσω της βίας ή της απροκάλυπτης καταστολής, αλλά μέσω της διαρκούς ηδονής, της λήθης και της απόλυτης στειρότητας του συναισθήματος.
Εκεί, η ανθρώπινη φύση έχει δαμαστεί στα εργαστήρια γενετικής, ο πόνος έχει εξοριστεί από την καθημερινότητα και η ευτυχία βρίσκεται πάντα στην τσέπη, με τη μορφή ενός χαπιού.
Όταν οι πρωταγωνιστές του έργου η απόλυτα προγραμματισμένη στις επιταγές του συστήματος Λενίνα και ο εσωτερικά διχασμένος, διανοούμενος Μπέρναρντ εγκαταλείπουν την αποστειρωμένη ασφάλεια του «πολιτισμού» τους για να επισκεφθούν το Καταφύγιο των Αγρίων στο Μαλπαί, η σύγκρουση των δύο αυτών κόσμων είναι βίαιη και μετωπική. Η πραγματικότητα, ωστόσο, γίνεται κυριολεκτικά αφόρητη όταν αφαιρείται ο μοναδικός μηχανισμός άμυνάς τους: το «σόμα».
Χωρίς αυτή τη χημική ασπίδα που καταστέλλει τον τρόμο και προσφέρει μια τεχνητή, αδιατάρακτη νιρβάνα, η Λενίνα βρίσκεται εντελώς απροστάτευτη απέναντι στο άγνωστο. Το απόσπασμα που ακολουθεί συνιστά μια ανατριχιαστική και βαθιά ειρωνική ανατροπή των ηθικών αξιών. Έννοιες αρχέγονες και ριζωμένες στην ανθρώπινη ύπαρξη, όπως η μητρότητα, ο θηλασμός και η οικειότητα, αλλά και η φυσική φθορά του σώματος μέσω της αρρώστιας ή του γήρατος, φαντάζουν στα μάτια της Νέας Τάξης ως οι απόλυτες «αισχρότητες».
Ο Χάξλεϋ αποτυπώνει αριστοτεχνικά την κορύφωση της αποξένωσης του ανθρώπου από την ίδια του τη φύση: είναι η στιγμή που το αληθινό, το φθαρτό και το σπλαχνικό προκαλεί ρίγος αποτροπιασμού σε ανθρώπους που έχουν γαλουχηθεί για να ζουν ως αιώνια, απαθή πλάσματα μέσα σε μια κοινωνία πλαστικής τελειότητας.
Φράσεις για τη ζωή μέσα από τα μάτια ψυχολόγων και φιλοσόφων
Άλντους Χάξλεϋ, ο «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος», σελ. 91-92, (μετάφραση: Β. Καζαντζή)
«Μα είναι φρικτό», ψιθύρισε η Λενίνα, «είναι φοβερό. Δεν θα έπρεπε να έχουμε έρθει εδώ». Έψαξε στην τσέπη της να βρει καμιά ταμπλέτα «σόμα», μα ανακάλυψε πως, από κάποια ασυγχώρητη αφηρημάδα, είχε αφήσει το φιαλίδιο στον Ξενώνα. Ο Μπέρναρντ έψαξε τις δικές του τσέπες, μα ήταν το ίδιο αδειανές. Κι έτσι η Λενίνα ήταν υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει τη φρίκη του Μαλπαί, χωρίς την παρηγοριά της παστίλιας. Όλα την πλακώσανε με μιας. Να, εκεί, ήταν δυο νέες γυναίκες, και είχαν γυμνώσει το στήθος τους και βύζαιναν τα μωρά τους.
Η Λενίνα απέστρεψε το πρόσωπο, κατακόκκινη από ντροπή. Δεν είχε δει τέτοια αισχρότητα σ’ όλη τη ζωή της.
Εκείνο, όμως, που την εξόργισε, ακόμα περισσότερο, ήταν πως ο Μπέρναρντ, αντί ν’ αγνοήσει το θέαμα με κάποια διακριτικότητα, άρχισε να σχολιάζει αυτό το φρικαλέο φαινόμενο του ενδομητρογενούς βίου. Τώρα, που οι παστίλιες είχαν πάψει πια να επενεργούν, ένιωθε και ο ίδιος ντροπιασμένος για την αδυναμία που του είχε δείξει εκείνο το πρωί στο ξενοδοχείο, και λες και έκανε το παν για να παρουσιάζεται μπροστά της ισχυρός και καινοτόμος.
«Για κοίταξε μια όμορφη στιγμή ανθρώπινης οικειότητας», και η φωνή του έμοιαζε σκόπιμα προκλητική. «Τί έντονα συναισθήματα θα πρέπει να γεννάει! Συχνά συλλογίζομαι πως κάτι στερείται κανείς, με το να μην έχει μητέρα – και ίσως και συ κάτι να στερήθηκες, Λενίνα, με το να μην νιώσεις τη μητρότητα. Το σκέφτεσαι; Να ‘χες και συ ένα μωρό, δικό σου, να το βυζαίνεις…».
«Μπέρναρντ, πώς τολμάς!».
Ανάμεσά τους πέρασε μια γριά με οφθαλμία και δερματίτιδα και το θέα μα την έκανε να δώσει τόπο στην οργή της.
«Πάμε να φύγουμε», τόν παρακάλεσε. «Δεν μ’ αρέσει καθόλου εδώ»
Τζορτζ Μπέρναρντ Σω: 10 αποφθέγματα ζωής για την αναζήτηση και τη δημιουργία του εαυτού μας









