Νίτσε καλό και κακό

«Δεν είσαι καλός άνθρωπος αλλά…» Ο Νίτσε μοιράζει αυτογνωσία

Ο Νίτσε αναφέρει ότι όταν το καταπιεστικό μοτίβο επαναλαμβάνεται και επιδεινώνεται , το μίσος γίνεται υποσυνείδητο.

Οι επαναλαμβανόμενες πράξεις καταπίεσης τροφοδοτούν τόσο έντονα το μίσος που αυτό ριζώνει στους καταπιεσμένους. Αυτή η εχθρότητα έχει αποδειχθεί ότι είναι απλά η εκδήλωση της υποσυνείδητης μνησικακίας.

Αυτή η εχθρότητα ήταν ιστορικά δικαιολογημένη στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά πρέπει επίσης να είμαστε προσεκτικοί ως προς τον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε με ακρίβεια την καταπίεση.

Ωστόσο, από πού προήλθε η έννοια της «καλοσύνης»; Σύμφωνα με τον Νίτσε πρόκειται για κοινωνικό προνόμιο. Αυτό είναι εν μέρει λογικό. Οι άνθρωποι των ανώτερων τάξεων έχουν πιο εύκολη ζωή, επειδή η καθημερινότητά τους είναι σταθερή και τα οικονομικά τους είναι εξασφαλισμένα. Όταν είσαι φτωχός, συχνά δεν ξέρεις από πού θα βρεις το επόμενο γεύμα σου ή πού θα κοιμηθείς το βράδυ. Πρέπει να είσαι σε εγρήγορση συνεχώς.

Άρα το να πιστεύειες πως είσαι καλός άνθρωπος είναι κάπως επιφανειακό σαν ανάλυση. Δε χρειάζεται να λέμε ψέματα μεταξύ μας, δεν είσαι καλός άνθρωπος και κάθε «καλή» πράξη που κάνεις εμπεριέχει κάποιο όφελος το οποίο λαμβάνεις συνειδητά ή υποσυνείδητα. Τουλάχιστον, αυτά υποστηρίζει ο Νίτσε!
(Διαβάστε τις σκέψεις του Νίτσε παρακάτω)

Τι μας λέει ο Νίτσε για τη φιλία μεταξύ άνδρα και γυναίκας;

Αυγή, Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις, Νίτσε

Θα έπρεπε να σκεφτούμε σοβαρά: γιατί πηδούμε στο νερό για να ανασύρου­με κάποιον που βλέπουμε να πνίγεται, ενώ δεν τρέφουμε κα­μιά συμπάθεια γι’ αυτόν;

Από έλεος: εδώ δεν σκέφτεσαι πια παρά τον πλησίον σου, – απαντά ο παραλογισμός. Η αλήθεια είναι ότι στον οίκτο, – εννοώ σ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε εσφαλμένα οίκτο – δεν σκεπτόμαστε πια τον εαυτό μας συ­νειδητά, αλλά τον σκεφτόμαστε πολύ έντονα με ασυνείδητο τρόπο, όπως όταν το πόδι μας γλιστρά και κάνουμε ασυνείδη­τα τις αντίθετες κινήσεις που αποκαθιστούν την ισορροπία μας, χρησιμοποιώντας καταφανώς όλη μας τη λογική.

Το ατύ­χημα ενός άλλου προσώπου μας προσβάλλει γιατί μας κάνει να νιώσουμε την αδυναμία μας, ίσως και τη δειλία μας, αν δεν τον βοηθήσουμε. Ή μάλλον αυτό προκαλεί ήδη από μόνο του μείωση της τιμής μας μπροστά στους άλλους ή και στον ίδιο τον εαυτό μας.

Ακόμη περισσότερο βρίσκουμε στο ατύχημα και στον πόνο ένα σήμα κινδύνου που παραμονεύει για μας. Και ήδη αυτές οι ενδείξεις της ανθρώπινης αβεβαιότητας και αδυ­ναμίας μπορούν να μας προκαλέσουν οδυνηρές συνέπειες. Απωθούμε αυτό το είδος αθλιότητας και προσβολής και απα­ντούμε σ’ αυτό με μια πράξη συμπόνιας που μπορεί να κρύβει μια λεπτή άμυνα και ακόμη μια εκδίκηση.

Μαντεύει κανείς ότι στο βάθος σκεφτόμαστε πολύ τον εαυτό μας, όταν βλέπουμε την απόφαση που παίρνουμε σε όλες τις περιπτώσεις όπου μπο­ρούμε να αποφύγουμε το θέαμα του άλλου που πάσχει, που στερείται, που οδύρεται: αποφασίζουμε να μην το αποφύγου­με όταν μπορούμε να το πλησιάζουμε ως άνθρωποι δυνατοί και συμπονετικοί, σίγουροι για την επιδοκιμασία, θέλοντας να νιώσουμε την αντίθεση της δικής μας ευτυχίας, ή καλύτερα ελ­πίζοντας να διασκεδάσουμε την πλήξη μας.

Οδηγούμε στην παραπλάνηση όταν αποκαλούμε οίκτο (Mitleid) την οδύνη (Leid) που μας προκαλεί ένα τέτοιο θέαμα και που μπορεί να είναι πολύ ποικιλόμορφο, επειδή σε κάθε περίπτωση, είναι μια οδύνη από την οποία λυτρώνεται αυτός που υποφέρει μπρο­στά μας: αυτό είναι δικό μας, όπως εκείνου είναι δικός του ο πόνος του.

Οταν λοιπόν επιδιδόμαστε σε συμπονετικές πρά­ξεις, απαλλασσόμαστε μόνο από τον προσωπικό πόνο. Ωστό­σο, δεν ενεργούμε ποτέ έτσι από ένα μόνο κίνητρο: όπως είναι βέβαιο ότι θέλουμε να λυτρωθούμε από ένα πόνο, το ίδιο βέ­βαιο είναι ότι, για την ενέργεια, υποχωρούμε σε μια παρόρμηση ευχαρίστησης – και η ευχαρίστηση προκαλείται από το θέα­μα μιας κατάστασης αντίθετης με τη δική μας, επειδή η σκέψη της δύναμης να βοηθούμε μόνο αν θέλουμε, αποσκοπεί σε επαίνους και σε αναγνώριση στην περίπτωση που θα βοηθού­σαμε, με την πράξη της ίδιας της βοήθειας, εφόσον η πράξη πετυχαίνει (και όπως πετυχαίνει προοδευτικά, προκαλεί από μόνη της χαρά στον εκτελεστή της), αλλά κυρίως από το αί­σθημα ότι η παρέμβασή μας θέτει ένα όρο σε μια εξοργιστική αδικία (η εκτόνωση της οργής αρκεί ήδη για να ανακουφίσει).

Όλα αυτά μαζί με πολλά ακόμη λεπτότερα στοιχεία, είναι «οί­κτος» («Mitleid»): -πόσο αδέξια επιτίθεται η γλώσσα μας μ’ αυ­τή τη λέξη για ένα τόσο περίπλοκο οργανισμό! – Το ότι, αντίθε­τα, η συμπόνια είναι ταυτόσημη με την οδύνη που την προκα­λεί η θέα της, ή το ότι έχει γι’ αυτό μια ιδιαίτερα διεισδυτική και ευαίσθητη κατανόηση – αυτά αντιτίθενται στην εμπειρία, κι εκείνος που έχει εγκωμιάσει τον οίκτο μ’ αυτές τις δύο σχέ­σεις, στερείται αρκετής πείρας στο ηθικό πεδίο.

Γι’ αυτό μου εγείρονται αμφιβολίες όταν διαβάζω τα απίστευτα πράγματα που αναφέρει ο Σοπενχάουερ για την ηθική: αυτός που θα ήθε­λε με όλα αυτά να μας πείσει να πιστέψουμε στην μεγάλη και­νοτομία της εφεύρεσής του, ότι δηλαδή ο οίκτος – αυτός ο οί­κτος που παρατηρεί τόσο επιπόλαια και που περιγράφει τόσο αδέξια – είναι η πηγή κάθε ηθικής πράξης για το παρόν και για το μέλλον – ακριβώς εξαιτίας των ικανοτήτων που αυτός πρώ­τος επινόησε γι’ αυτόν.

Στο κάτω- κάτω, τι ξεχωρίζει τα άτομα χωρίς έλεος από τα συμπονετικά άτομα;

Πριν απ’ όλα -για να δώσουμε ακόμη ένα σκίτσο με αδρές γραμμές- δεν έχουν την ευερέθιστη φαντασία που προκαλεί ο φόβος, ούτε την επιδεξιότητα να προαισθάνονται τον κίνδυνο. Έτσι, η ματαιοδοξία τους πληγώνεται πιο αργά αν γίνει κάτι που θα μπορούσαν να το είχαν αποφύγει (για να διαφυλαχτεί η περηφάνια τους, τους προστάζει να μην αναμιχτούν ανώφελα σε υποθέσεις των άλ­λων, και μάλιστα, εφόσον ενεργούν έτσι, τους αρέσει να βοη­θά ο καθένας τον εαυτό του και να παίζει με τα δικά του χαρ­τιά) . Επιπλέον, έχουν συνηθίσει γενικά να υπομένουν περισσό­τερα βάσανα απ’ όσο οι συμπονετικοί άνθρωποι, και δεν τους φαίνεται άδικο να υποφέρουν οι άλλοι εφόσον έχουν υποφέ­ρει κι αυτοί οι ίδιοι.

Στο κάτω-κάτω, το θέαμα των ευαίσθητων αισθημάτων τους προκαλεί τον ίδιο πόνο που προκαλεί το θέα­μα της στωικής απάθειας στους συμπονετικούς ανθρώπους. Κι έχουν για τις ευαίσθητες καρδιές περιφρονητικά λόγια και φοβούνται ότι το αρρενωπό πνεύμα τους και η ψύχραιμη ανδρεία τους κινδυνεύουν: μπροστά στους άλλους κρύβουν τα δάκρυά τους και όταν είναι μόνοι τους τα σφουγγίζουν οργι­σμένοι με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Αυτοί ανήκουν σε ένα άλλο είδος εγωιστών από τους συμπονετικούς ανθρώπους. Αλλά με το να τους χαρακτηρίσουμε κακούς με διακριτική σημασία και να αποκαλέσουμε τα συμπονετικά άτομα καλούς, δεν σημαίνει τίποτα άλλο από μια ηθική της μόδας: ακριβώς όπως είχε η αντίθετη μόδα στην εποχή της, μια πολύ μακρόχρονη εποχή!

Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγαπήσαν οι αναγνώστες μας:

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr