Γιώργος Σεφέρης ποιήματα

Γιώργος Σεφέρης: «Πια δεν ακούω τσιμουδιά βούλιαξε κι…»

Ο Γιώργος Σεφέρης, ο διακεκριμένος Έλληνας ποιητής και κάτοχος του βραβείου Νόμπελ, είναι γνωστός για τη σημαντική και πρωτότυπη συμβολή του στη σύγχρονη ποίηση.

Η ποίηση του Σεφέρη χαρακτηρίζεται από τον ενδοσκοπικό και συχνά θλιβερό τόνο της. Ο ποιητής περιηγείται με δεξιοτεχνία στις περιπλοκές της ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας, συνυφαίνοντας τις με τις προσωπικές του εμπειρίες. Η ποίησή του λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ της παράδοσης και της σύγχρονης εποχής, ενθαρρύνοντας τους αναγνώστες να εμβαθύνουν στην ουσία του ελληνικού πνεύματος, ενώ συλλογίζονται τον εξελισσόμενο κόσμο που τους περιβάλλει.

Ο Σεφέρης συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της «σύγχρονης ελληνικής φωνής» στην ποίηση. Η γλώσσα του είναι απλή αλλά πλούσια σε νόημα και αποχρώσεις, αποδεικνύοντας την αφοσίωσή του στη δημιουργικότητα μέσα στην παράδοση της ελληνικής ποίησης. Τα ποιήματά του εξετάζουν την αβεβαιότητα της ύπαρξης, την παροδικότητα του χρόνου και την περίπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ της ατομικής και της συλλογικής μνήμης. Δύσκολο να τον ξεχάσεις εάν τον διαβάσεις έστω μια φορά.
(Διαβάστε το ποίημα του παρακάτω)

Γιώργος Σεφέρης- 10 ποιήματα αγάπης: «Αργά μιλούσες μπρος στον ήλιο και τώρα είναι σκοτάδι κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι συ»

Γιώργος Σεφέρης

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγαπήσαν οι αναγνώστες μας:

Φωτογραφία εξωφύλλου 

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr