Ο Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες έγραψε για τον έρωτα που μοιάζει με χολέρα: μια αρρώστια που σε καταβάλλει, σε παραμορφώνει και σε στοιχειώνει για μισό αιώνα.
Στα κείμενά του, η αγάπη είναι η περιέργεια που φοράει μάσκα, είναι η δύναμη που κινεί τον κόσμο ακόμα και όταν μένει ανεκπλήρωτη, είναι η καρδιά που έχει «περισσότερα δωμάτια από ένα πορνείο». Ο Μάρκες μας πετάει κατάμουτρα την αλήθεια που συχνά φοβόμαστε να ψιθυρίσουμε: ότι μπορείς να λατρεύεις κάποιον με μια αγάπη απόλυτα εγωιστική, ή να γερνάς μαζί του και να παραμένεις «τρελά ερωτευμένος» μέσα σε μια άγονη συνενοχή.
Αντί για «ζήσανε αυτοί καλά…» ας μιλήσουμε γι’ αυτούς που μας άφησαν με μια πικρή γεύση
7 αποφθέγματα του Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες.
1. «Μαζί της, ο Φλορεντίνο Αρίζα έμαθε αυτό που είχε ήδη βιώσει πολλές φορές χωρίς να το συνειδητοποιήσει: ότι μπορεί κανείς να είναι ερωτευμένος με πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, να νιώθει την ίδια θλίψη για τον καθένα και να μην προδίδει κανέναν από αυτούς. Μόνος του μέσα στο πλήθος στην αποβάθρα, είπε στον εαυτό του σε μια στιγμή οργής: «Η καρδιά μου έχει περισσότερα δωμάτια από ένα πορνείο». – Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας
2. «Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι η περιέργεια ήταν μία από τις πολλές μάσκες του έρωτα». – Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας
3. «Συνειδητοποίησα ότι η αήττητη δύναμη που κινεί τον κόσμο είναι η αγάπη, η αγάπη που δεν ανταποκρίνεται, η αγάπη που δεν είναι ευτυχισμένη». – Αναμνήσεις από τις μελαγχολικές μου πόρνες
4. «Ήξερε ότι την αγαπούσε πάνω από όλα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, αλλά μόνο για τον εαυτό του». – Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας
5. «Την αναγνώρισε παρά τον θόρυβο, μέσα από τα δάκρυα της ανεπανάληπτης θλίψης του που πέθαινε χωρίς αυτήν, και την κοίταξε για τελευταία φορά με μάτια πιο λαμπερά, πιο θλιμμένα, πιο ευγνώμονα από ό,τι τα είχε δει ποτέ σε μισό αιώνα κοινής ζωής, και κατάφερε να της πει με την τελευταία του πνοή: «Μόνο ο Θεός ξέρει πόσο πολύ σ’ αγαπούσα». – Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας
6. «Τρελά ερωτευμένοι μετά από τόσα χρόνια άγονης συνενοχής, απολάμβαναν το θαύμα του να αγαπούν ο ένας τον άλλον τόσο στο τραπέζι όσο και στο κρεβάτι, και έγιναν τόσο ευτυχισμένοι που ακόμα και όταν ήταν δύο εξαντλημένοι άνθρωποι συνέχιζαν να ανθίζουν σαν μικρά παιδιά και να παίζουν μαζί σαν σκυλάκια». – Εκατό Χρόνια Μοναξιά
7. «Του φαινόταν τόσο όμορφη, τόσο σαγηνευτική, τόσο διαφορετική από τους συνηθισμένους ανθρώπους, που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κανείς δεν ενοχλούνταν όσο αυτός από το κροτάλισμα των τακουνιών της στα λιθόστρωτα, γιατί καμία άλλη καρδιά δεν χτυπούσε άγρια με την αύρα που δημιουργούσαν οι αναστεναγμοί των βέιλ της, γιατί όλοι δεν τρελαινόταν με τις κινήσεις της κοτσίδας της, με το πέταγμα των χεριών της, με το χρυσό του γέλιου της. Δεν είχε χάσει ούτε μία από τις κινήσεις της, ούτε ένα από τα στοιχεία του χαρακτήρα της, αλλά δεν τολμούσε να την πλησιάσει από φόβο μην καταστρέψει το ξόρκι». – Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας
Μαλβίνα: «Γι’ αυτό παντρεύτηκα με μαύρο νυφικό. Γιατί είχα…»









