Σε ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου ξεδιπλώνεται σαν ένας ψίθυρος μέσα στη νύχτα.
Μια βαθιά κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή, εκεί όπου οι αναμνήσεις χορεύουν με το φως του φεγγαριού πάνω στα σκονισμένα πιάνα του παρελθόντος.
Ο Γιάννης Ρίτσος μας μοιράζεται μια ιερή παράκληση για συντροφικότητα, μια αναζήτηση της ελευθερίας μέσα από το πέταγμα της φαντασίας και την αποδοχή της φθοράς. Η ηρωίδα μάς προσκαλεί σε έναν περίπατο πέρα από τα τσιμεντένια όρια της πόλης, εκεί όπου η μοναξιά μεταμορφώνεται σε λυτρωτική παραδοχή.
Μέσα από τους στίχους, η σάρκα γίνεται ένα με τον γαλάζιο αέρα και η καρδιά παραμένει αιώνια ζωντανή, αναζητώντας το μοίρασμα ως τη μόνη αλήθεια απέναντι στο αναπόφευκτο του θανάτου.
Ας αφεθούμε, λοιπόν, στον ρυθμό αυτών των λέξεων, καθώς μας οδηγούν σε μια διαδρομή γεμάτη φως, σκιές και την αξεπέραστη γοητεία της ανθρώπινης ευθραυστότητας.
Όσκαρ Ουάιλντ: «Ο δεσμός κάθε συντροφικότητας, είτε στο γάμο είτε στη φιλία, είναι …»
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι μεγαλώνουν οἱ σκιές μές στό σπίτι,
ἀόρατα χέρια τραβοῦν τίς κουρτίνες,
ἕνα δάχτυλο ἀχνό γράφει στή σκόνη τοῦ πιάνου
λησμονημένα λόγια — δέ θέλω νά τ’ ἀκούσω. Σώπα.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου
λίγο πιό κάτου, ὥς τή μάντρα τοῦ τουβλάδικου,
ὥς ἐκεῖ πού στρίβει ὁ δρόμος καί φαίνεται
ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μέ φεγγαρόφωτο,
τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη
τόσο θετική σάν μεταφυσική
πού μπορεῖς ἐπιτέλους νά πιστέψεις πώς ὑπάρχεις καί δέν ὑπάρχεις
πώς ποτέ δέν ὑπῆρξες, δέν ὑπῆρξε ο χρόνος κ’ ἡ φθορά του.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Θά καθήσουμε λίγο στό πεζούλι, πάνω στό ὕψωμα,
κι ὅπως θά μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας
μπορεῖ νά φανταστοῦμε κιόλας πώς θά πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, καί τώρα ἀκόμη, ἀκούω τό θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ
μου
σάν τό θόρυβο δυό δυνατῶν φτερῶν πού ἀνοιγοκλείνουν,
κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ’ αὐτόν τόν ἦχο τοῦ πετάγματος
νιώθεις κρουστό τό λαιμό σου, τά πλευρά σου, τή σάρκα σου,
κ’ ἔτσι σφιγμένος μές στούς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα,
μέσα στά ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους,
δέν ἔχει σημασία ἄν φεύγεις ἤ ἄν γυρίζεις
κι οὔτε ἔχει σημασία πού ἀσπρίσαν τά μαλλιά μου,
(δέν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου — ἡ λύπη μου
εἶναι πού δέν ἀσπρίζει κ’ ἡ καρδιά μου).
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν ἔρωτα,
μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.
Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ὠφελεῖ.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.









