Αν η ποίηση είναι ο τρόπος μας να συμφιλιωθούμε με το άφατο, τότε το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» αποτελεί το απόλυτο εγχειρίδιο αυτής της μύησης.
Ο Οδυσσέας Ελύτης, στον ώριμο πλέον απολογισμό του, δεν περιγράφει απλώς τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας· τις μεταβολίζει σε μια προσωπική κοσμογονία, όπου το θείο και το ανθρώπινο, το πένθος και η άνοιξη, συνυπάρχουν σε μια αξεδιάλυτη ενότητα.
Σε αυτό το έργο, ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός και γίνεται κυκλικός, σχεδόν τελετουργικός. Ο Ποιητής εισέρχεται στην αιθέρια σφαίρα της ενδοσκόπησης, κρατώντας στα χέρια του όχι ένα απλό ημερολόγιο, αλλά έναν χάρτη της ψυχής που αναζητά το φως πίσω από το «μαύρο αιώνα». Κάθε μέρα, από τη Μεγάλη Δευτέρα έως το Μέγα Σάββατο, συνιστά και έναν σταθμό σε μια πορεία όπου η μνήμη της μητέρας, η οσμή του λεμονιού και το ρίγος του θανάτου υφαίνουν το ένδυμα μιας ύπαρξης που αρνείται να υποταχθεί στη φθορά.
«Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’ ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά…»
Πρόκειται για μια ποίηση-μετάληψη, όπου η «παλαιά Σελήνη» και οι «ουράνιες περιπέτειες» συναντούν τη γήινη αγωνία του «κηπακίου-φέρετρου». Ο Ελύτης μας καλεί να ατενίσουμε το δράμα της Μεγάλης Εβδομάδας με την τόλμη εκείνου που αναγνωρίζει ότι ο θάνατος είναι ένας «νέος αγένειος» και ότι η ζωή, παρά το φαρμάκι της, παραμένει μια πράξη αδιάκοπης ομορφιάς.
10 ποιήματα για το πάθος και την ανάσταση: από το σκοτάδι προς το φως της Λαμπρής
Οδυσσέας Ελύτης – Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»
Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.
Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.
Μ. ΤΡΙΤΗ
Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο.
Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να:
η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.
Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.
Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.
Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει
Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός
Και τώρα μαύρος αιώνας.
Μ. ΠΕΜΠΤΗ
Μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.
Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
Σωστός Θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Σαν να μονολογώ, σωπαίνω.
Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β
Αντίς για Όνειρο
Πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίματά μου
– της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια –
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β
Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο
Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα
Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
ψυχή μου.
Ο Απρίλης του Κωστή Παλαμά: Το λυρικό ξύπνημα της φύσης και η γλυκιά «ψευτιά» του έρωτα









