Ο Έριχ Φρομ μας οδηγεί σε κάποιες σημαντικές απαντήσεις. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου ο άνθρωπος, αν σταθεί για λίγο σιωπηλός, ακούει έναν ήχο που δεν μοιάζει με τίποτα από όσα τον περιβάλλουν. Είναι το ανεπαίσθητο τράβηγμα της ψυχής που τον ρωτά: «Κυνηγάς αυτό που θέλεις… ή αυτό που σου έμαθαν να θέλεις;» Κι όμως, λίγοι αντέχουν να το ακούσουν.
Από μικροί μαθαίνουμε να τρέχουμε, να «πετυχαίνουμε». Η κοινωνία μάς δίνει μια λίστα από επιθυμίες έτοιμη, στολισμένη και καθαρογραμμένη, κι εμείς τη σηκώνουμε σαν ιερή εντολή. Σπουδές, δουλειά, κύρος, αντικείμενα, ταξίδια μια αλυσίδα από στόχους που υποτίθεται πως μας οδηγούν στην ευτυχία. Μόνο που καμιά φορά, όταν σταματήσει ο θόρυβος, ένα κενό απλώνεται σαν σκιά: «Και λοιπόν; Προς τα πού τρέχω; Και γιατί;»
Έρμαν Έσσε: «Δεν έχω ιδέα αν οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν, και δεν κατηγορώ τους
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ανθρώπου είναι ότι δεν κάθεται να σκεφτεί αν οι σκοποί που επιδιώκει είναι κάτι που επιθυμεί ο ίδιος. Στο σχολείο θέλει να πάρει καλούς βαθμούς, σαν μεγάλος θέλει να επιτύχει όσο γίνεται περισσότερο, να κερδίσει χρήματα, να αποκτήσει κύρος, να αγοράσει καλύτερο αυτοκίνητο, να κάνει ταξίδια κ.λπ.
Όταν όμως μέσα σε αυτή την εντατική δραστηριότητα σταματήσει για να σκεφτεί, στο μυαλό του μπορεί να γεννηθεί το εξής ερώτημα: Αν πετύχω αυτή τη νέα δουλειά, αν αγοράσω αυτό το καλύτερο αυτοκίνητο, αν κάνω αυτό το ταξίδι, τι βγαίνει; Προς τι όλα αυτά;
Εγώ είμαι πραγματικά εκείνος που επιθυμεί όλα αυτά; Δεν επιδιώκω κάποιο σκοπό, που υποτίθεται πως θα με κάμει ευτυχή, που όμως μου ξεφεύγει μόλις φτάνω στην επιτυχία του;
Τα ερωτήματα αυτά, όταν εγείρονται, δημιουργούν φόβο, γιατί θέτουν επί τάπητος την ίδια τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η δραστηριότητα του ανθρώπου, η γνώση του για το τι επιθυμεί. Οι άνθρωποι τείνουν για τον λόγο αυτό να απαλλαγούν όσο συντομότερα γίνεται από αυτές τις ενοχλητικές σκέψεις. Αισθάνονται να τους ενοχλούν αυτά τα ερωτήματα γιατί έχουν κουραστεί ή νιώθουν αποθάρρυνση – και συνεχίζουν να επιδιώκουν τους σκοπούς που πιστεύουν πως είναι δικοί τους.
Όλα αυτά όμως δίνουν μια αμυδρή απεικόνιση της αλήθειας – της αλήθειας πως ο σύγχρονος άνθρωπος ζει με την αυταπάτη πως ξέρει τι θέλει, ενώ πραγματικά θέλει αυτό που προσδοκούν οι άλλοι να θέλει. Για να το παραδεχτεί αυτό, πρέπει να καταλάβει πως το να ξέρει κανείς τι πραγματικά θέλει δεν είναι εύκολο, όπως νομίζει ο περισσότερος κόσμος, αλλά ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα που πρέπει να λύσει κάθε ανθρώπινο ον.
Το έργο αυτό προσπαθούμε να το αποφύγουμε, αποδεχόμενοι έτοιμους σκοπούς σαν να ήταν δικοί μας.
Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πρόθυμος να αναλάβει μεγάλους κινδύνους όταν προσπαθεί να επιτύχει σκοπούς που υποτίθεται πως είναι «δικοί του». Αισθάνεται όμως μεγάλο φόβο όταν πρόκειται να αναλάβει τον κίνδυνο και την ευθύνη να καθορίσει ο ίδιος τις επιδιώξεις του.
Όταν ο Φρόυντ μίλησε για τον φόβο της ευτυχίας και δεν τον πιστέψαμε









