Η Μαρία Πολυδούρη, η πιο φλογερή και ανυπότακτη φωνή του ελληνικού νεορομαντισμού, παραδίδει στο ποίημα «Μητέρα μου» τον πιο σπαρακτικό της αποχαιρετισμό.
Λίγο πριν την κυριεύσει το «βαθύ σκότος» του πρόωρου θανάτου της, αναζητά την απόλυτη παρηγοριά, ταυτίζοντας τη δική της τραγική μοίρα με εκείνη της νεκρής μητέρας της.
Σε αυτό το ποίημα δεν συναντάμε απλώς τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, αλλά μια βαθιά, οντολογική οδύνη ενός ανθρώπου που γνωρίζει πως το τέλος πλησιάζει. Η Πολυδούρη συνδιαλέγεται με τον θάνατο μέσα από το πρίσμα της μητρικής απουσίας.
Η σπαρακτική ταύτιση της Πολυδούρη με τη μητέρα της θυμίζει έντονα τα μοιρολατρικά μοτίβα της γενιάς του ’20, όπου το τραύμα και η απώλεια κληροδοτούνται σαν αναπόδραστο πεπρωμένο. Όπως ακριβώς και ο Καρυωτάκης, η Πολυδούρη δεν εξωραΐζει την αρρώστια και το τέλος. Κοιτάζει το απόλυτο σκοτάδι κατάματα, με τρομακτική διαύγεια, μετατρέποντας τον προσωπικό της τρόμο σε ένα διαχρονικό σύμβολο: η μητρική φιγούρα παραμένει το μοναδικό, ύστατο καταφύγιο κάθε ανθρώπου τη στιγμή που όλα τα άλλα σβήνουν.
5 ποιήματα – κραυγές για τον Καρυωτάκη από την Μαρία Πολυδούρη
Μαρία Πολυδούρη: Μητέρα μου
Μητέρα μου, πόσο φρικτὰ βαραίνει
ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.
Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος
γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.
Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία
κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου,
ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου
ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.
Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα,
τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω.
Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω
πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.
Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα
ποὺ πνιχτικό, βαθὺ σκότος θὰ γίνη
στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει…
Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα.
Το κρυπτογραφημένο μήνυμα: Τι κρύβει πραγματικά το θρυλικό «Ερωτικό» του Λαπαθιώτη;









